Skip to content

Ο Λόγος Μας ως Συγκεκριμένα Συλλογικό Υποκείμενο

2, Μαρτίου, 2015

Για την θεωρία της υποκειμενικότητας, όπως και για την θεωρία της δραστηριότηταςμέσα από την οποία η πρώτη αναπτύχθηκε, η υποκειμενικότητα δεν βρίσκεται «εντός» του ατόμου, ως κάποια ουσία-ιδιότητα, αλλά αποτελεί ιδιότητα της δραστηριότητας του ατόμου. Ωστόσο, το άτομο είναι εκείνος/η που ονομάζεται «υποκείμενο» ακριβώς λόγω αυτής της ποιότητας της δραστηριότητάς του/ης (Nissen, 1998).

Είμαστε υποκείμενα σημαίνει ότι γεννιόμαστε για να συμμετέχουμε στην κοινωνιακή παραγωγή και τον έλεγχο των συνθηκών ζωής, μας. Ως υποκείμενα αναπαράγουμε τον εαυτό μας. Η αυτό-αναπαραγωγή μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ζωή και τον οργανισμό μας, και από την άλλη, ως μια δεύτερη φύση μας, εκπορεύεται από το
νόημα που έχει για μας τους ίδιους και τους άλλους. Σε κάθε περίπτωση, ως υποκείμενα έχουμε την «πρόθεση-να-αναπαραχθούμε», έχουμε ανάγκες και επιθυμούμε (Tolman, 1994, Nissen, 1998, 2002).

Η αυτό-αναπαραγωγή και ο αυτό-μετασχηματισμός μας είναι αδιαχώριστες τάσειςμας, και προϋποθέτουν η μία την άλλη. Είμαστε υποκείμενα σημαίνει ότι επιτελούμε κάποιο δυναμικό δράσης (action potency). Σημαίνει ότι, ως υποκείμενα, δεν είμαστε μία σταθερή συνθήκη, αλλά μια συνεχής ανάπτυξη ̇ το δυναμικό δράσης μας είναι πάντα σχετικό και υπό ανάπτυξη. Υπό ανάπτυξη και όχι απλά και μόνο υπό αλλαγή, γιατί η εν λόγω αλλαγή έχει κατεύθυνση και προϋποθέσεις. Η κατεύθυνσης της αλλαγής μας υπονοείται στην έννοια του δυναμικού δράσης. Ενώ οι προϋποθέσεις προκύπτουν από το γεγονός ότι ως υποκείμενα αγωνιζόμαστε, ταυτόχρονα, τόσο για την αναπαραγωγή μας όσο και για την επέκταση του δυναμικού δράσης (Tolman, 1994, Nissen, 1998, 2002). Μέσα ακριβώς από αυτές τις προυποθέσεις η αυτό-αναπαραγωγή μας αναιρείται φαινομενικά, με την έννοια ότι καθένας ή καθεμία από εμάς ως υποκείμενο συμμετέχει, είναι ένας/μία συμμετέχων/ουσα, σε μια – προπαντός παγκόσμια – κοινωνιακή ολότητα ανα-παραγωγής. Αυτό υπονοεί ότι η δράση μας είναι πολιτισμικά διαμεσολαβημένη και τελολογική (εμπλεκόμενη σε δομές μέσων και σκοπών), που σημαίνει ότι ως υποκείμενα με τις δράσεις μας δημιουργούμε ή ανακαλύπτουμε το γενικό στο συγκεκριμένο με ένα ειδικό τρόπο. Έτσι, η λογική αντικειμενοποιείται ως παραδείγματα νοημάτων. Όχι, όμως, ως «οποιαδήποτε» παραδείγματα νοημάτων, αλλά ως συγκεκριμένες οπτικές υπό των οποίων τα νοήματα έχουν μια συγκεκριμένη λογική (Tolman, 1994, Nissen, 1998, 2002).

Η «ιδιοτυπία» μας αυτή, από την μια σωματοποιείται σε κάποια χωροχρονική τοποθεσία (όπως ακριβώς σε ένα σώμα), και από την άλλη συγκροτείται μέσα από μια διαδικασία αναγνώρισης. Αυτό σημαίνει ότι ως υποκείμενα βρίσκουμε τον εαυτό μας σε άλλα υποκείμενα. Σε άλλα υποκείμενα, αναγνωρίζουμε συγκεκριμένες συμμετοχικές (αυτοσυντηρούμενες, τελολογικές, και διαμεσολαβημένες) ενέργειες.

Ως υποκείμενα έχουμε δική μας βούληση. Αλλά ο βουλητικός χαρακτήρας των δράσεών μας απορρέει από τις τάσεις και τις εντάσεις μεταξύ του ατομικού και του κοινωνιακού μας συμφέροντος, τις οποίες συνεπάγεται η (κοινωνιακή) συμμετοχή και μέσω των οποίων η δυνατότητα (η επιλογή, η ελευθερία) γίνεται αναγκαιότητα. Αυτό σημαίνει ότι ως υποκείμενα έχουμελόγους για την οπτική μας, την θέση μας, οι οποίοι είναι τόσο ιδιοσυγκρασιακοί όσο και γενικεύσιμοι. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το λογικό είναι μια κοινή λογική (Nissen, 1998).

Τα παραπάνω υπονοούν, επίσης, ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι να «ταιριάζουμε» σε οποιεσδήποτε κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες. Σε συγκεκριμένες συνθήκες – που μπορούμε να τις ονομάσουμε «καταπιεστικές» – η αυτό-αναπαραγωγή και ο αυτό-μετασχηματισμός μπορεί να διαχωριστούν και να αντιπαρατεθούν. Όταν, δηλαδή, ο αγώνας για ανάπτυξη οδηγεί σε απειλή ενάντια στην ύπαρξή μας, ή για να είμαστε πιο ακριβείς ενάντια στο επίπεδο του σχετικού δυναμικού δράσης μας, που έχει ήδη επιτευχθεί. Σε τέτοιες συγκεκριμένες καταστάσεις ερχόμαστε αντι-μέτωποι με μια διττή δυνατότητα, ένα συγκεκριμένο δίλημμα: να επιχειρήσουμε «χειραφετικές δράσεις», και να διευρύνουμε το δυναμικό δράσης μας, ή να παραδοθούμε στις δεδομένες συνθήκες και να καταστείλουμε τις απειλητικές τάσεις ανυπακοής προς τον εαυτό μας και τους άλλους; (Tolman, 1994, Nissen, 2002).

Ως υποκείμενα, λοιπόν, αναγνωρίζουμε, την διυποκειμενική, μερική, συμμετοχικότητά μας, ως σχέση με τις δυνατότητες δράσης, τα πολιτισμικά νοήματα/αντικείμενα. Γι’ αυτό, οι δράσεις μας είναι δυνατές, ακόμα και αν είναι αναγκαίες, και έχουν λόγους και συνθήκες, παρά αιτίες. Και ως ανθρώπινα υποκείμενα δεν έχουμε μόνο παραγωγικές αλλά και κριτικές ανάγκες. Έχουμε ανάγκη να κατανοήσουμε τους λόγους της δράσης μας, και οι άλλοι να τους κατανοήσουν, επίσης. Και, καθώς οι δράσεις και οι δυνατότητες δράσεις μας διαμεσολαβούνται από τους άλλους, τις δράσεις τους και τα αντικείμενα – τα πολιτισμικά νοήματα  – , τα θεμέλια της αυτό-κατανόησής μας βρίσκονται στην αλληλο-κατανόηση, που επιτυγχάνουμε μεταξύ μας (Tolman, 1994, Nissen, 1998, 2002). Μόνο μέσα από τις κριτικές μας ανάγκες, αναπτύσσουμε τις παραγωγικές μας ανάγκες, τις δυνατότητες δράσης μας. Το να είμαστε υποκείμενα σημαίνει ότι συγκροτούμαστε μέσα από αυτό- και αλλήλο-κριτική, στο πλαίσιο κοινωνιακών, κοινοτικών και διαπροσωπικών αλληλεπιδράσεων, με τρόπο που ό,τι κάνουμε, και οι λόγοι που το κάνουμε, καθίστανται οι βάσεις παραγωγής και μετασχηματισμού μας(Nissen, 2002).

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: