
Στο πλευρό των Παλαιστινίων για όλους τους λόγους του κόσμου. Είναι η θέση αυτή ζητούμενο που αφορά την Ψυχολογία και τα υποκείμενα που εργάζονται για αυτή; Γιούλη Τσίρτογλου
ομιλία για την εκδήλωση Η πολιτική ουδετερότητα στον χώρο της ψυχικής υγείας. Από τις ΗΠΑ μέχρι την Ελλάδα και την Παλαιστίνη, 29. 06.24, Πρωτοβουλία για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία
Ανέπνεε, λέει ο ψυχοθεραπευτής
Θα σου μάθω τα σοφότερα της επιστήμης εργαλεία να ξεγελάς την θλίψη σου
μπορώ να σ’εκπαιδεύσω στις αποτελεσματικότερες των τεχνικών
για να καταπίνεις σωστά την καταπίεσή σου
και τους πόνους σου να κάνεις καλά
Ανέπνεε
Σκέψου πόσο βρωμάει ο πόλεμος και πόσο όμορφος είναι ο κόσμος
και ότι εσύ δεν είσαι κανείς
Ανέπνεε
Φαντάσου, αν σου έχει απομείνει καθόλου φαντασία,
και αν η πραγματικότητα δεν κατέκτησε
ακόμα τα πάντα
ένα σέιφ πλέις, σε κάποια κρεβατοκάμαρα ή το γραφείο της θεραπεύτριάς σου
Συλλογίσου την κόλασή σου και κάν’την σπίτι σου και ξέχνα τα πράσινα λειβάδια
Και μη σκέφτεσαι την ελευθερία,
γιατί προκαλεί ανεπιθύμητες ενοχλήσεις όπως ο θυμός, ο θάνατος και η ήττα
Εξεγειρόμαστε απλά γιατί δεν μπορούμε πλέον να αναπνέουμε, λέει ο Φραντς Φανόν
Γι’αυτό ανέπνεε
Δεν είναι κάτι αυτό
Είσαι απλά λίγο νεκρή
και όσο αναπνέεις τόσο περισσότερο πεθαίνεις, ακόμα πιο βαθιά και ακόμα πιο ειρηνικά
Και ο κόσμος θα είναι μια χαρά
.
Mustafa Qossoqsi1, Clinical Psychologist
Psychological First Aid, Trans. by Lama Z. Khouri DPsa,
και στα ελληνικά από την γράφουσα
Θα προσπαθήσω να προσεγγίσω τα ερωτήματα της σημερινής εκδήλωσης μέσα από το εξής ερώτημα: Το να τάσσεται μια θεραπεύτρια ανοιχτά στον χώρο εργασίας της, και όχι για καθαρά θεραπευτικούς λόγους, στο πλευρό των Παλαιστινίων για όλους τους λόγους του κόσμου – όπως είναι το σύνθημα αφίσας που κολλήθηκε από τον χώρο της Αυτονομίας αμέσως μετά τον Οκτώβρη του ’23 – είναι ζητούμενο που αφορά την Ψυχολογία και τα υποκείμενά της ή είναι, για παράδειγμα, κάτι αμιγώς πολιτικό; Το ερώτημα αυτό με απασχόλησε σοβαρά από τον Οκτώβρη του ’23 μέχρι και σήμερα καθώς η θετική απάντηση σε αυτό – από την σκοπιά πολύ αξιόλογων κατά τα άλλα συναδέλφων – δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Το παραπάνω ερώτημα δεν είναι καθόλου άσχετο με την συζήτηση για την υποτιθέμενη ή/και προσδοκούμενη – πολιτική – ουδετερότητα της Ψυχολογίας ως επιστημονικού πεδίου, των πρακτικών της αλλά και των υποκειμένων που εργάζονται σε αυτές. Δεν είναι, δηλαδή, καθόλου άσχετο με την κυρίαρχη ακόμα (στο ελληνικό – και όχι μόνο – κοινωνικό και επιστημονικό πλαίσιο) αντίληψη ότι η Ψυχολογία, οι ψυχολόγοι, οι ψυχοθεραπεύτριες κ.λπ. οφείλουν είτε να είναι (!) είτε να φαίνονται ουδέτερες – και πολιτικά – , ώστε να θεωρούνται πιο αντικειμενικές και αξιόπιστες.
Θα πω δύο-τρία πράγματα για τις ιστορικές ρίζες της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας.
Η αρχή αυτή αποτέλεσε το βασικό εισιτήριο για την απομάκρυνση της Ψυχολογίας από την σφαίρα της μεταφυσικής ή της τέχνης και την υπαγωγή της στο παράδειγμα των θετικών επιστημών2, πλάι στην ιατρική, για την αύξηση της κοινωνικής της αποδοχής και την εξασφάλιση των επαγγελματικών/ οικονομικών της συμφερόντων. Από την στιγμή που η Ψυχολογία αναγνωρίστηκε ως επιστήμη, με τα πειράματα και τα ψυχομετρικά της εργαλεία (κυρίως τα τεστ νοημοσύνης και τα τεστ προσωπικότητας) στρατεύτηκε άμεσα στο πλευρό του κοινωνικού καταμερισμού και της πειθάρχησης μέσω δύο πολύ βασικών κρατικών θεσμών, του στρατού και του εκπαιδευτικού συστήματος. Αφενός, τέθηκε υπεύθυνη για την αξιολόγηση και την στρατολόγηση των υποψήφιων φαντάρων και αφετέρου για την αξιολόγηση και την κατάταξη των μαθητριών σε δομές γενικής ή ειδικής αγωγής. Η Ψυχολογία κρατάει ακόμα και σήμερα την θέση της στους θεσμούς αυτούς αυξάνοντας διαρκώς την ισχύ της. Ο αμερικανικός στρατός είναι σήμερα ο μεγαλύτερος εργοδότης των ψυχολόγων ενώ ο στρατός του Ισραήλ διαφημίζει τα high tech ψυχολογικά του εργαλεία για την αντιμετώπιση του μετατραυματικού στρες (PTSD)3, αυξάνει τις δομές well being ειδικά για το ψυχικά τραυματισμένο στράτευμα και τις οικογένειές του4 επεκτείνοντας παράλληλα τις επαγγελματικές ευκαιρίες και τα προνόμια των ιδιωτών ψυχολόγων για την συμμετοχή τους στην φροντίδα του στρατού5.
Από την άλλη, η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας σχετίζεται ιστορικά με την βασική θέση στους κώδικες δεοντολογίας των ψυχολόγων (την ιδεολογική ηγεμονία των οποίων κρατάειει ο APA67) ότι πρωταρχική υποχρέωση του ψυχολόγου είναι να διαφυλάξει το κύρος του επαγγέλματός του που το επιτυγχάνει […] με την αντικειμενικότητά του […]. Είναι, μάλλον, η υποχρέωση αυτή που έκανε τον Σύλλογο Ελλήνων Ψυχολόγων πριν από κάποιους μήνες με αφορμή ερώτημα που του τέθηκε για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών να ανακοινώσει πολύ ξεκάθαρα ότι από την ίδρυσή του έχει αποφασίσει να μην παίρνει θέση σε θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος, για τα οποία αναπτύσσεται κοινωνικός προβληματισμός με επιστημονικά τεκμηριωμένες ή μη απόψεις, που καταλήγει σε ευρύ κοινωνικό και πολιτικό διάλογο. Ο λόγος είναι ότι ο ΣΕΨ δεν συνιστά πολιτικό κόμμα που πρέπει να έχει γνώμη και άποψη για το πώς πρέπει να κινηθεί η κοινωνία και η Πολιτεία. Να σημειώσουμε, όμως, εδώ, ότι οι ψυχολόγοι ήξεραν να παίρνουν θέση σχετικά με τα αίτια της ομοφυλοφιλίας, συγκαταλέγοντάς την μέχρι το 1973 στο Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχιατρικών Διαταραχών (DSM), στον πιο επίσημο οδηγό ορισμού των παγκοσμίως αναγνωρισμένων διαταραχών ψυχιατρικής αιτιολογίας.
Τέλος, η αρχή της πολιτικής ουδετερότητας σχετίζεται άμεσα με την πρώτη ιστορικά και κυρίαρχη ακόμα ψυχοθεραπευτική πρακτική, που παραπέμπει στον Πατέρα της ψυχανάλυσης Sigmund Freud, και που θέλει τις σωστές θεραπεύτριες λιγομίλητες, αποστασιοποιημένες, φαινομενικά ή και ουσιαστικά αδιάφορες έως και κενές, ώστε αφενός να αφήνουν τον ελεύθερο συνειρμό του αναλυόμενου ατόμου να ξεδιπλωθεί ανεμπόδιστος και αφετέρου να μεταμορφώνονται σε υποκείμενα που υποτίθεται ότι γνωρίζουν8 [υψίστης σημασίας δεδομένα που τα αναλυόμενα άτομα αγνοούν]. Με άλλα λόγια, να αυξάνουν την ισχύ τους και κατ’επέκταση το κύρος και την επιρροή τους – όπως πλήθος κριτικών στην κυρίαρχη ψυχανάλυση επισημαίνει – με αποτέλεσμα ο συνειρμός του αναλυόμενου κάθε άλλο παρά ελεύθερος να είναι αφού καθορίζεται από την ισχύ όλων των ανείπωτων του αναλυτή το περιεχόμενο των οποίων το αναλυόμενο άτομο αφήνεται να φανταστεί και να ερμηνεύσει9.
Από την σύγκρουση με την πρώτη αυτή ψυχαναλυτική πρακτική γεννήθηκαν άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις αναφορικά με τον βαθμό ελευθερίας έκφρασης που αναγνωρίζουν στις θεραπεύτριες (εντός της πρακτικής της εργασίας τους κυρίως). Αναφορικά, δηλαδή, με το πόσο παρεμβατικές ή ειλικρινείς επιτρέπεται να είναι, ή αναφορικά με τον βαθμό που επιτρέπεται να αυτο-αποκαλύπτουν (όπως είναι η ορολογία) (άμεσα ή έμμεσα) στα θεραπευόμενα άτομα στοιχεία της προσωπικότητάς τους – όπως οι πολιτικές τους θέσεις, η σύνδεσή τους με τα κινήματα, κ.α.
Μέχρι σήμερα, το κυρίαρχο δυτικό θεραπευτικό παράδειγμα (της λευκής, αστικής, ανδροκεντρικής ψυχολογίας) συγκλίνει στην μέθοδο μιας πολύ πειθαρχημένης και εμπεριστατωμένης, σχετικά φειδωλής, περιστασιακής και πολύ εξατομικευμένης αυτοαποκάλυψης (όπως λέγεται) των θεραπευτριών, που δύναται να συμβεί αποκλειστικά για θεραπευτικούς λόγους που αφορούν το κάθε συγκεκριμένο θεραπευόμενο άτομο σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή της θεραπευτικής σχέσης. Ένας από τους βασικούς λόγους της μεθοδολογίας αυτής είναι υποχρέωση (από την πλευρά των θεραπευτριών) προστασίας και φροντίδας των θεραπευόμενων ατόμων – τα οποία θεωρούνται a priori μακράν πιο ευάλωτα από τις θεραπευτριες – από τους υποτιθέμενους υπαρξιακούς φόβους που θεωρείται ότι γεννούν οι διαφωνίες ή οι πολώσεις με τους θεραπευτές ή τις θεραπεύτριες. Γνωρίζουμε, ωστόσο, (σίγουρα από τον Φουκώ αλλά και πλήθος άλλων σημαντικών στοχαστών και ψυχολόγων) ότι οι πρακτικές προστασίας και φροντίδας είναι άμεσα συνυφασμένες με εκείνες του ελέγχου της ανθρώπινης συμπεριφοράς και την πειθάρχησης (και άρα και της πολιτικής).
Παράλληλα, από τους πιο πιστούς υποστηρικτές της αρχής της πολιτικής ουδετερότητας παρουσιάζονται τα τελευταία χρόνια οι αυτοαποκαλούμενοι συντηρητικοί ψυχοθεραπευτές υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα των θεραπευόμενων ατόμων να λαμβάνουν αρίστης ποιότητας ψυχολογικές υπηρεσίες ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε πολιτικές (λ.χ. ρατσιστικές) αντιλήψεις τους. Για τους θεραπευτές αυτούς, οι ψυχολογικές υπηρεσίες είναι αντίστοιχες με τις υπηρεσίες συντήρησης αυτοκινήτων, καθώς λένε, και γι’αυτό όπως δεν μας ενδιαφέρει ή δεν θα έπρεπε να μας ενδιαφέρουν οι πολιτικές απόψεις των μηχανικών αυτοκινήτων έτσι και οι θεραπευτές θα έπρεπε να κρατούν τις πολιτικές τους απόψεις έξω από τις συνεδρίες.
Άραγε, λοιπόν, το οπαδικό no politica και η κουλτούρα της σιωπής, βρίσκουν την εφαρμογή τους και στο πεδίο της Ψυχολογίας; Και από πότε, λοιπόν, οι ψυχολογικές/ θεραπευτικές προσεγγίσεις (λ.χ. ψυχαναλυτική, γνωστικοσυμπεριφορική, συστημική κ.λπ) – που ως άλλες κερκίδες υπηρετούνται πιστά από τους οπαδούς τους – αλλά και τα εμπορικά ινστιτούτα που τις προμοτάρουν είναι φύσει ή θέσει απολιτίκ;
Φυσικά και δεν είναι, και πολύ καλά το γνωρίζουν πολλοί και πολλές συναδέλφισσες. Τόσο οι θεωρίες περί προσωπικότητας και παθολογίας και οι τεχνικές που η κάθε θεραπευτική προσέγγιση παράγει όσο και οι γεννήτορες αυτών των θεωριών και τα παρασκήνια για την επικράτηση της μιάς ή της άλλης προσέγγισης στην αρένα των εμπορικών/ καπιταλιστικών συμφερόντων ήταν προϊόντα και υποκείμενα της εποχής τους αλλά και πηγές (ανα)παραγωγής πολιτικών ιδεολογιών και συμφερόντων σχετικών με τον έλεγχο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πολιτικών (με π κεφαλαίο) που παραπέμπουν στην πολιτική οργάνωση αλλά και πολιτικών (με π μικρό) που ρητά ή άρρητα αφορούν τις κοινωνικές σχέσεις. Εκείνα που θεωρείται ότι δεν γνωρίζουν τις σχέσεις θεραπευτικών προσεγγίσεων και πολιτικής ή υποτίθεται ότι δεν ενδιαφέρονται για τις σχέσεις αυτές και δεν τα αφορά είναι τα θεραπευόμενα άτομα, και αυτό μάλλον δημιουργεί μία ασφάλεια από την σκοπιά πολλών θεραπευτ(ρι)ών.
Αντίστοιχα, οι θεραπευτές και οι θεραπεύτριες πάντα επηρεάζουν, πάντα ασκούν κάποιου είδους ισχύ ή εξουσία – ρητά ή άρρητα – ανάλογα, βέβαια, και με την κοινωνική τους θέση, τα προνόμια ή και την στάση τους ως προς αυτά. Και πάντα αποκαλύπτουν (εκούσια ή ακούσια, άμεσα ή έμμεσα) κομμάτια και της πολιτικής του θέσης. Δεν είναι, άλλωστε, μία πολιτική θέση να είσαι ή να δείχνεις πολιτικά ουδέτερη; Δεν είναι μία πολιτική θέση να κρύβεις τις πολιτικές σου απόψεις από τα θεραπευόμενα άτομα που συναντάς για να αποφύγεις να γίνουν ορατές οι διαφωνίες ή και οι συγκρούσεις συμφερόντων; Δεν είναι μία πολιτική θέση να εστιάζεις αποκλειστικά στο άτομο απομονώνοντάς το από τον κόσμο που το περιβάλλει – τις κοινωνίες, τα κράτη, τις οικονομίες, τις διεθνείς πολιτικές σχέσεις, κ.α.; Δεν είναι πολιτική θέση να προτάσσουμε ως θεραπεύτριες τα επαγγελματικά ή ατομικά συμφέροντα σε βάρος των κοινωνικών/ πολιτικών συμφερόντων αντίστασης σε μία γενοκτονία;
Αυτά και άλλα συναφή ερωτήματα έθεσε και θέτει η διαρκώς αυξανόμενη μάζα κριτικών ψυχολογιών και κριτικών στην ψυχολογία, που εμφανίζονται ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Έτσι, από το αντιψυχιατρικό κίνημα και τους αριστερούς ψυχοθεραπευτές/ ψυχαναλυτές μέχρι το ’45 (όπως ο Fenichel και ο Reich), τις φεμινίστριες ψυχολόγους (όπως η Giligan) και τους Ψυχασθενείς Ενάντια στο Κεφάλαιο μέχρι την Πρωτοβουλία Ψ, την γερμανική Κριτική ψυχολογία και την Ψυχανάλυση για την Αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη – αλλά και τους τρόπους που η ψυχολογία ως επιστήμη αξιοποίησε ή αφομοίωσε τα προτάγματα των κινημάτων του ΄60 και του ΄70 (το φεμινιστικό κίνημα, το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, το κίνημα των γκέι) η σχέση ψυχολογίας και πολιτικής καταδεικνύεται όχι μόνο αδιαμφισβήτητη αλλά και αρκετά σύνθετη.
Η ψυχολογία, λέμε, είναι πολιτική με άλλα μέσα και συγκροτείται γύρω από διαφορετικά συμφέροντα. Συμφέροντα δεμένα με τις ψυχές των καταπιεσμένων ή συμφέροντα δεμένα με τις ψυχές των καταπιεστών. Συμφέροντα δεμένα με την απο-πολιτικοποίηση της ψυχολογίας και συμφέροντα δεμένα με την πολιτικοποίηση της ψυχολογίας. Και κάποιες φορές, συγκροτείται γύρω συμφέροντα δεμένα με την κατάργηση της ψυχολογίας ως επιστήμης άρρηκτα δεμένης με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, του δυτικού ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πολιτική ουδετερότητα ή όχι. Αλλά ψυχο-πολιτική με ποια συμφέροντα.
Ένα πολύ τρανταχτό παράδειγμα αυτής της ψυχο-πολιτικής είναι το περιεχόμενο της Έκθεσης Hoffman (2015). Η έκθεση αυτή επιβεβαίωσε το πιο πρόσφατο σε μια μακρά σειρά περιστατικών θεσμικής βίας από την πλευρά του APA: την δεκαετή και πλέον συγκάλυψη και αποσιώπηση της συνεργασίας αρχηγικών μελών του APA με την CIA και την κυβέρνηση Bush για την διατήρηση της συμμετοχής των ψυχολόγων στην διενέργεια βασανιστηρίων στις φυλακές όπως το Abu Ghraib και το Guantanamo Bay στο πλαίσιο του πολέμου κατά της τρομοκρατίας1011.
Έκτοτε, ο APA δεσμεύτηκε να διενεργεί πράξεις ανάληψης ευθύνης και επανόρθωσης12 για τις φρικαλεότητές του απέναντι στα μυριάδες άλλα θύματά του (όπως οι Μαύροι και οι Γκέι) από την ημέρα την συγκρότησής του. Ακόμα, άρχισε να δημοσιεύει κείμενα και συνεντεύξεις των επικεφαλής που διπλωματικά (όπως πάντα) και με μεγάλες αντιφάσεις μιλούν αφενός για την βαθιά πολιτική φύση της επιστήμης και της ψυχολογίας και αφετέρου για την θεραπευτική σημασία που μπορεί να έχει η σχέση αυτή. Για την σημασία, δηλαδή, που έχουν όχι μόνο οι κοινές πολιτικές θέσεις μεταξύ θεραπευτριών και θεραπευόμενων ατόμων αλλά και για την αντίστοιχη θεραπευτική σημασία που μπορεί να έχει ακόμα και η πολιτική στην αισθητική του γραφείου των ψυχολόγων – όπως, για παράδειγμα, όταν λέγεται ότι οι θεραπεύτριες καλό είναι να διαμορφώνουν τον περιβάλλοντα χώρο λαμβάνοντας υπόψιν το πολιτισμικό ή ταξικό κεφάλαιο των θεραπευόμενων ατόμων.
Για τον ίδιο τον APA, βέβαια, οι θέσεις του σε διάφορα κοινωνικά, νομικά και πολιτικά ζητήματα είναι πάντα το top επιστημονικό (και άρα αντικειμενικό και αξιόπιστο) προϊόν – κάποιας, ωστόσο, πλειοψηφίας των αρμόδιων συμβουλίων του. Ωραία αντίφαση! Από την μια να επιβεβαιώνει με όλους τους τρόπους του κόσμου ότι τα επιστημονικά δεδομένα μυρίζουν πολιτικές σχέσεις και θέσεις, και από την άλλη να υποστηρίζει ότι οι θέσεις του σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα είναι απλά οι επιστημονικότερες.
Με άλλα λόγια, η σχέση της ψυχολογίας με την πολιτική γίνεται αθόρυβα καταπιεστική και αλλοτριωτική και μας επιβάλλεται μέσω της πίστης μας στην αντικειμενικότητα, την επιστημόνικοτητα και την καθολικότητα των έμφυλα, φυλετικά και ταξικά προσδιορισμένων κανονικοτήτων που παράγει και αναπαράγει μέσω των πρακτικών της. Μέσω, δηλαδή, της κατασκευής του νορμάλ, των ηθικών κριτηρίων και των κοινωνικών αξιών, οι οποίες απηχούν πολύ περισσότερο τις πολιτικές αρχές και τα συμφέροντα των ισχυρών του κόσμου από εκείνες των καταπιεσμένων.
Ας δούμε, όμως, πιο συγκεκριμένα πώς τα παραπάνω αφορούν το παλαιστινιακό ζήτημα, το οποίο είναι για εμένα τέτοιας σημασίας που δεν επιτρέπεται σε καμιά μας – παρά τους οποίους καλούς λόγους μπορεί να έχει – να αδιαφορεί ή να σιωπά. Θα αναφερθώ από την μια στην φίμωση του φιλοπαλαιστινιακού λόγου στους χώρους των ψυχολόγων και από την άλλη στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στην Παλαιστίνη.
Η φίμωση του φιλοπαλαιστινιακού λόγου, η οποία δεν ξεκίνησε τον Οκτώβρη του ’23, (ανα)παράγεται τόσο από τα πάνω (δηλαδή, από τους θεσμούς και τους επικεφαλής των οργανισμών) όσο και από τα κάτω (δηλαδή από τις ίδιες τις εργαζόμενες).
Οργανισμοί (συχνά ψυχαναλυτικής προσέγγισης αλλά όχι μόνο) – και που κατά τα άλλα δηλώνουν απερίφραστα την δέσμευσή τους στις αρχές του ανοιχτού διαλόγου και της κοινωνικής δικαιοσύνης – επιχειρούν να περιορίσουν τον ακτιβισμό των μελών, ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο τους, και να απαγορεύσουν με άμεσους ή έμμεσους τρόπους το άνοιγμα ή την συνέχιση της συζήτησης σχετικά με την Παλαιστίνη στα δελτία τύπου, τις συναντήσεις, τις εποπτείες κ.α., ενώ σε αναγνωρισμένες μηχανές αναζήτησης, όπως η PubMed, η Jstor αλλά και αυτή του APA, τα επιστημονικά άρθρα που συνδέουν την ψυχική υγεία με το Ολοκαύτωμα είναι συντριπτικά περισσότερα από εκείνα που συνδέουν την ψυχική υγεία με την Νάκμπα.
Από τον Οκτώβρη του ’23 μέχρι σήμερα οι ανταγωνισμοί και οι επιθέσεις13 σε επίσημες και δημοφιλείς ψυχολογικές εταιρίες, ινστιτούτα ή επιχειρήσεις (αλλά και μεταξύ τους) έχουν αναζωπυρωθεί σε σημείο καθαιρέσεων, παραιτήσεων, διασπάσεων ή ακόμα και απειλών κατά της ζωής. Μια βασική αφετηρία είναι η πρώτη και μοναδική έως τώρα ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής του APA. Η ανακοίνωση αυτή αποδοκιμάζει την Χαμάς, εκφράζει συμμετρικά την αγωνία του APA για την ασφάλεια και την ψυχική υγεία Ισραηλινών και Παλαιστινίων αναμασώντας ταυτόχρονα την ψυχολογική αργκώ περί τραύματος και σύγκρουσης. Η ανακοίνωση αυτή ξεσήκωσε πλήθος αντικρουόμενων καταγγελιών αφού διαβάστηκε από την μια ως συγκαλυμμένα φιλοπαλαιστινιακή και γλυκανάλατη και από την άλλη ως ξεκάθαρα ψυχολογιοποιητική και διπλωματικά φιλοϊσραηλινή.
Στο επίκεντρο των επιθέσεων βρέθηκε, επίσης, και η ανακοίνωση του (ανεξάρτητου) τμήματος ΙΧ του APA, Ψυχανάλυση για την Κοινωνική Ευθύνη, με πρόεδρο την Lara Sheehi14. Στην ανακοίνωση δηλώνεται η απερίφραστη αλληλεγγύη προς τον απελευθερωτικό αγώνα των Παλαιστινίων, καταγγέλλεται ο Σιονισμός, γίνεται χρήση των όρων Κατοχή και Γενοκτονία, θίγεται ο κεντρικός ρόλος του Αμερικανικού Στρατού, γίνεται έκκληση για παύση πυρών και τέλος στο απαρτχάιντ ενώ περιλαμβάνονται και αρκετές προτάσεις για την έμπρακτη στήριξη του παλαιστινιακού αγώνα (λ.χ. βιβλιογραφία, σύνδεση με το BDS, δωρεές).
Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέχρι και σήμερα ολιγορεία του APA να εγκρίνει την πολύ συνοπτική ανακοίνωση/ έκκληση για παύση πυρών, του τμήματος Ψυχολογία της Ειρήνης.
Στο επίκεντρο των επιθέσεων εναντίον του φιλοπαλαιστινιακού λόγου βρέθηκε πρώτα απ’όλα το επιχείρημα περί αντισημιτισμού15 – κάτω από την κατηγορία του οποίου τσουβαλιάζονται εσκεμμένα όλες οι φιλοπαιστινιακές απόψεις. Το ντιμπέιτ επικεντρώνεται αρκετά γύρω από την υιοθέτηση του ορισμού του αντι-Σιονισμού ως νέου αντισημιτισμού16 όπως και γύρω από την υιοθέτηση του αμφιλεγόμενου ορισμού του Διεθνούς Συνασπισμού Μνήμης του Ολοκαυτώματος (IHRA)- ο οποίος εστιάζει στο Ισραήλ περισσότερο από ότι στους Εβραίους σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τον ορισμό της Διακήρυξης της Ιερουσαλήμ για τον Αντισημιτισμό, ο οποίος δεν συνδέει την κριτική στο κράτος του Ισραήλ με τον αντισημιτισμό.
Άλλα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ενάντια στον φιλοπαλαιστινιακό λόγο αφορούν τα καλέσματα για συμμετοχή στο Ακαδημαϊκό και Πολιτισμικό Μποϋκοταζ του Ισραήλ, την υπεράσπιση μιας αντι-αποικιοκρακτικής ψυχολογίας, την καταπάτηση κάποιων γενικών (και όχι υποχρεωτικά εκτελεστέων) αρχών του κώδικα δεοντολογίας του APA17, την προαγωγή της κουλτούρας της αφύπνισης αλλά και της πολιτικής των ταυτοτήτων.
Όπως είπαμε, όμως, η φίμωση του φιλοπαλαιστινιακού λόγου αναπαράγεται και από τα κάτω, μέσω μιας επιβεβλημένης αδυναμίας18 των θεραπευτριών να αποκτήσουν και να χρησιμοποιήσουν επαρκώς στις συζητήσεις τους περί Παλαιστίνης εμπεριστατωμένες και ολοκληρωμένες ερμηνείες σχετικά με την ιστορία, την ιδεολογία και τα συλλογικά νοήματα – ή την πολιτική οικονομία, θα πούμε, επίσης, εμείς – στο πλαίσιο της ψυχικής ζωής. Αυτό συμβαίνει γιατί οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας εκπαιδεύονται από τα παν/μια αλλά και από την κοινωνική πρακτική του επαγγέλματος α) να συζητούν σχεδόν αποκλειστικά με εξατομικευμένες ψυχολογικές εμπειρίες και ψυχολογικές (θεωρητικά αντικειμενικές και επιστημονικές) ερμηνείες των κοινωνικοπολιτικών φαινομένων – γνωστές ως ψυχολογιοποίηση – οι οποίες αποπροσανατολίζουν ή παγώνουν τις πολιτικές συζητήσεις β) να συζητάνε τις συγκρούσεις τους στο κλειστό πλαίσιο θεραπευτικών συνεδριών ή εποπτειών (με επόπτριες άλλους θεραπευτές), γ) να υιοθετούν εργαλειακές μεθόδους επίλυσης συγκρούσεων της δυτικής κυρίαρχης ψυχολογίας – βασισμένες στην πολιτική των ίσων αποστάσεων – όπως το πολύ φρέσκο Beyond your Buble (2020) που προτείνει την ενεργητική ακρόαση μεταξύ των πολιτικά διαφωνούντων ως ΤΟ εργαλείο για την ειρηνική εξεύρεση ενός κοινού τόπου που θεωρητικά μπορεί να συνδέσει όλων των ειδών τις πολιτικές απόψεις όσο αποκλίνουσες και ανταγωνιστικές και αν είναι μεταξύ τους. Ας πούμε τις απόψεις της άκρας δεξιάς με εκείνες του αντιφασιστικού κινήματος!
Οι τρείς αυτοί λόγοι που εν ολίγοις παράγουν την λεγόμενη πολιτική ουδετερότητα των ψυχολόγων συνθέτουν και το σύγχρονο πλαίσιο παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας – άρα και άσκησης της βιοπολιτικής – στην Παλαιστίνη από την συνθήκη του Όσλο και έπειτα. Από το΄90 και μετά, που χρονολογείται η λεγόμενη ψυχοθεραπευτική στροφή στην ανθρωπιστική βοήθεια, η ψυχική ή ψυχοκοινωνική υγεία γίνεται η βασική προτεραιότητα των προγραμμάτων υποστήριξης. Οι ψυχολόγοι και ψυχίατροι αρχίζουν να εργάζονται εκεί σωρηδόν και καθολικές ψυχολογικές έννοιες παγκοσμίου εμβέλειας όπως το τραύμα, η ανθεκτικότητα (resilience) και η επίλυση συγκρούσεων (conflict resolution)19 έρχονται να αντικαταστήσουν την πείνα, την αντίσταση και τον αντιιμπεριαλισμό. Το ανθρώπινο στοιχείο στην ανθρωπιστική βοήθεια παραδίδεται από την βιομηχανία της ψυχολογίας στην βιομηχανία των ΜΚΟ20 – ως εξωτερικούς συνεργάτες των κυβερνήσεων/χορηγών – ή στους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες αντικαθιστώντας το προηγούμενο γραφειοκρατικό μοντέλο.
O ψ-ειδικός τώρα21, που πρακτικά δεν προσφέρει πολλά περισσότερα από την κάλυψη των πολύ βασικών αναγκών και την παροχή συναισθηματικά επενδεδυμένων συζητήσεων και δραστηριοτήτων εκπαίδευσης στην ψυχολογιοποίηση και την ψυχολογική γνώση, μεταφέρει αυτό που για την Ακαδημία θεωρείται συνηθισμένο. Δηλαδή, τις νόρμες που υποτίθεται ότι αφορούν όλους ανεξαιρέτως και με τον ίδιο τρόπο, οντολογικά. Ο APA, για παράδειγμα, περιγράφει ως στόχο της ψυχολόγου εκεί να βοηθήσει τους επιζώντες να κατανοήσουν πόσο συνηθισμένο είναι το συναίσθημά τους και να τους μάθει ότι είναι φυσιολογικό να έχουν αυτές τις συνηθισμένες για τους επιζώντες καταστροφών αντιδράσεις. Και ενώ στο προηγούμενο μοντέλο οι ωφελούμενοι έπρεπε να λάβουν την τροφή και το άσυλο που τους προσφερόταν αλλά παρέμεναν σχετικά ελεύθεροι να νιώθουν και να λένε ό,τι θέλουν, στο ψυχο-κοινωνικό μοντέλο οι ωφελούμενες – για να ωφεληθούν – οφείλουν να παράγουν τις συγκεκριμένες σκέψεις και τα συγκεκριμένα συναισθήματα που ο ψ-ειδικός αναμένει να συλλέξει.
Στο μοντέλο αυτό, τόσο τα υποκείμενα του πολέμου όσο και ο ίδιος ο πόλεμος παθολογικοποιούνται αφού το τραύμα γίνεται αντιληπτό τόσο ως αιτία του πολέμου (όπως το τραύμα του Ολοκαυτώματος) όσο και ως πηγή των συνεπειών που τα υποκείμενα (μαχόμενα και μη) υφίστανται (σε αντίθεση λ.χ. με την έλλειψη ηρωισμού). Αντίστοιχα, οι ηθικοί, πολιτισμικοί, θρησκευτικοί ή πολιτικοί λόγοι και οι συλλογικές αφηγήσεις που τα υποκείμενα έχουν για να αντέχουν τον πόλεμο – όπως μαρτυρικότητα ή το sumud22 – πρέπει να προσαρμοστούν στον ορισμό της ανθεκτικότητας και το ζητούμενο δεν είναι πρώτα και κύρια η αλλαγή των πολιτικών συνθηκών για την αποκατάσταση του δικαίου της ιστορίας αλλά η λείανση των συνεπειών και η θεραπεία ή ενδυνάμωση των υποκειμένων με πολύ συγκεκριμένους τρόπους ώστε να επεξεργαστούν το ψυχολογιοποιημένο τραύμα τους, να ελέγξουν τα συναισθήματά τους και να μην στραφούν προς την εκδίκηση. Ακόμη, η διαχείριση της σύγκρουσης γίνεται ζήτημα ψυχοεκπαίδευσης – κυρίως των γυναικών23 – στις στρατηγικές επίλυσης συγκρούσεων, συμφιλίωσης και ειρηνικού διαλόγου. Τα θύματα του πολέμου, τώρα, αντλούν τα όποια δικαιώματά τους και την ανθρωπιστική βοήθεια μόνο εφόσον καταφέρουν να υπαχθούν στις επιλέξιμες ομάδες στόχου ή τα κριτήρια που δίνουν την εκάστοτε ψυχιατρική διάγνωση (λ.χ. της Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες/PTSD).
Για να το πούμε αλλιώς, η συνθήκη μιας γενοκτονίας ψυχολογιοποιείται – σε αντιστοιχία με την γενικότερη ψυχολογιοποίηση της Δύσης με την κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων – και ουδετεροποιείται πολιτικά. Τα υποκείμενά της εξισώνονται – είτε είναι στρατιώτες ή άμαχοι, κατακτητές ή κατεχόμενοι – και μετατρέπονται σε ζωές απογυμνωμένες από το πολιτισμικό και πολιτικό τους μανδύα, ικανές πια να αποτελέσουν ενός άλλου είδους εμπόρευμα αυτής της ψυχο-πολιτικής οικονομίας – ως μιας πιο εκλεπτυσμένης μορφής βιοπολιτικής. Το εξαγώγιμο προϊόν εδώ είναι οι ψυχολογικoί πόροι και οι ψυχικές δεξιότητες, τον ρόλο της τράπεζας – όπου συσσωρεύεται όλη η αξία – τον παίζει τώρα η Ακαδημία και οι ψ-επιστήμες, ενώ η υπεραξία παράγεται ως το προκαθορισμένο συναίσθημα που οι ψ-ειδικοί υποχρεούνται να εκμαιεύσουν κάνοντας στους ωφελούμενους την (πολύ απλή και τόσο συνηθισμένη στις ψ-εργασίες) επιτακτική ερώτηση: Πώς νιώθεις; Και ενώ στον Φορντισμό όλοι έπρεπε να γίνουν πελάτες της τράπεζας, τώρα όλοι πρέπει να εμπλέκονται σε δια βίου ψυχο-εκπαίδευση. Ενώ, δηλαδή, ο καπιταλισμός ήταν η πρώτη μορφή κοινωνικής οργάνωσης που μετέτρεψε σε κεφάλαιο την ικανότητα του ανθρώπου να παράγει, ο ύστερος καπιταλισμός μετατρέπει σε κεφάλαιο τελικά – και ειδικά μέσω της ψυχολογίας – την ίδια την ικανότητα να υπάρχουμε ως άνθρωποι.
Έτσι, λοιπόν, στην αρένα των των καπιταλιστικών ανταγωνισμών το να τάσσομαι στο πλευρό των Παλαιστινίων, για όλους τους λόγους του κόσμου είναι μία θέση πολιτική και ταυτόχρονα ψυχολογική. Πρώτον, γιατί μπορεί να εκφράσει τις πολιτικές θέσεις των καταπιεσμένων από το κυρίαρχο παράδειγμα εργατριών ψυχικής υγείας, να λειάνει την αλλοτρίωση τους και να τις βοηθήσει να επιβιώσουν και αντισταθούν. Δεύτερο, γιατί μπορεί να φωτίσει την ψυχολογική σημασία της πολιτικής αλληλεγγύης μεταξύ των καταπιεσμένων ή την ψυχολογική σημασία της πολιτικής αντίστασης στην κοινωνική αδικία της δύσης. Και τρίτον, γιατί μπορεί να φωτίσει – από μια αντιιμπεριαλιστική και αντιαποικιοκρατική σκοπιά – την σημασία αναγνώρισης της αυτονομίας του πολιτικού αγώνα και των ψυχών των Παλαιστινίων που συγκροτούνται με όρους που καταργούν τα εργαλεία του κυρίαρχου δυτικού ακαδημαϊκού ψυχολογικού παραδείγματος, γύρω από μοναδικά για την παγκόσμια ιστορία βιώματα καταπίεσης και γενοκτονικού εκτοπισμού.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Abrams, Z. (2022). Navigating thorny topics in therapy (March, 1), Vol.53 (2).
Atia, M., Herrold, C.E. Governing Through Patronage: The Rise of NGOs and the Fall of Civil Society in Palestine and Morocco. Voluntas 29, 1044–1054 (2018). https://doi.org/10.1007/s11266-018-9953-6
Akesson, B. (2019). «War Is Not the Only Trauma»: Rethinking Psychosocial Healing in Complex Emergencies. Columbia Social Work Review, 3(1), 34–42. https://doi.org/10.7916/cswr.v3i1.1902
APA, (2023). Historical chronology. Examining psychology’s contributions to the belief in racial hierarchy and perpetuation of inequality for people of color in U.S.
APA, (2024). Timeline of APA Policies and Actions Related to Detainee Welfare and Professional Ethics in the Context of Interrogation and National Security
Avissar, Nissim. “Politics and Israeli Psychologists: Is It Time to Take a Stand?” The Israel Journal of Psychiatry and Related Sciences, 2007
Bar-On, Dan. “The Silence of Psychologists.” Political Psychology 22, no. 2 (2001): 331–45. http://www.jstor.org/stable/3791930.
Berger, Elizabeth & Jabr, Samah. (2019). Silencing Palestine: Limitations on free speech within mental health organizations. International Journal of Applied Psychoanalytic Studies. 17. 10.1002/aps.1630.
Buheji, Mohamed & Hasan, Aamir. (2024). Challenging Injustice – Stretching the ‘Academic Boycott’ After War on Gaza 2023. 10.5281/zenodo.11259671.
DeAngelis, T. (2017). Healing by design. Monitor on Psychology. 48 (3).
DeAngelis, T. (2019). Informing the courts with the best research. Monitor on Psychology. 50 (11).
De Vos, J. (2011). The psychologization of Humanitarian aid. Skimming the battlefield and the disaster zone. History of the Human Sciences 24(3) 103–122. doi 10.1177/0952695111398572
Farrar, N., & Hanley, T. (2023). Where “culture wars” and therapy meet: Exploring the intersection between political issues and therapeutic practice. Counselling and Psychotherapy Research, 23, 593–597. https://doi.org/10.1002/capr.12623
Feltham, C. (2021, May 11). Is Psychotherapy a Safe Space for ‘Political Dissidents’? Critical Therapy Antidote. https://criticaltherapyantidote.org/2021/05/11/is-psychotherapy-a-safe-space-for-political-dissidents/
Hourani, J. (15, Jul. 2022). Healing trauma through resistance: Beyond colonial mental health models in Palestine. The New Arab.
Halpern, (2004). Politicizing science. President’s column. Monitor on Psychology. 35(11).
Israel, T. (August, 2020). How to have meaningful dialogues despite political differences. APA (News & Advocacy)
Jabr, S., & Berger, E. (2016). An occupied state of mind: Clinical transference and countertransference across the Israeli/ Palestinian divide. Psychoanalysis, Culture & Society, 21(1), 21–40. https://doi.org/10.1057/pcs.2015.46
Jabr, Samah & Berger, Elizabeth. (2017). The Trauma of Humiliation in the Occupied Palestinian Territory = صدمة الإذلال في الأراضي الفلسطينية المحتلة. The Arab Journal of Psychiatry. 28. 154-159. 10.12816/0041716.
Jennifer M. Gómez, Carly P. Smith, Robyn L. Gobin, Shin Shin Tang & Jennifer J. Freyd (2016) Collusion, torture, and inequality: Understanding the actions of the American Psychological Association as institutional betrayal, Journal of Trauma & Dissociation, 17:5, 527-544
Llorens, M. (2009 ). Psychotherapy, Political Resistance and Intimacy: Dilemmas, Possibilities and
Limitations, Part I. Psychotherapy and Politics International. Psychother. Politics. Int. 7(2): 122–131
Lena Meari; Sumud: A Palestinian Philosophy of Confrontation in Colonial Prisons. South Atlantic Quarterly 1 July 2014; 113 (3): 547–578. doi: https://doi.org/10.1215/00382876-2692182
Mather, D. R. (2021, August 20). The Therapist’s Dilemma: Political Neutrality or Disclosure?An important mental health issue. Psychology now. https://www.psychologytoday.com/us/blog/the-conservative-social-psychologist/202108/the-therapists-dilemma-political-neutrality-or.
Miles, D. (2015, 11/ 07). Psychologists’ collusion with US torture limited our ability to decry it anywhere. The Guardian. https://www.theguardian.com/commentisfree/2015/jul/11/american-psychological-association-report-collusion-us-torture–
Nasim Ahmed (17, April, 2024). The irony: Israel’s supporters use ‘woke’ playbook to censor Palestinian voices. Middle East Monitor.
Parker, I. (2023). Revolutionary psychoanalysts with Palestine. Psychotherapy & Politics International, 21(3 & 4), 1-4. https://doi.org/10.24135/ppi.v21i3and4.12
Politzer, Georges. (1994). Critique of the foundations of psychology: the psychology of psychoanalysis. (Maurice Apprey, Trans.) Pittsburgh, PA: Duquesne University Press. (Original work published 1928)
Portuges, S. (2009) The Politics of Psychoanalytic Neutrality. International Journal of Applied Psychoanalytic Studies 6:61-73
Rosenberg, Paul (June, 16, 2024). Annalee Newitz on the sci-fi roots of the current «psyop» war. Salon.
Stark, Laura. (2010). The science of ethics: Deception, the resilient self, and the APA code of ethics, 1966–1973. Journal of the history of the behavioral sciences. 46. 337-70. 10.1002/jhbs.20468.
Sheehi, L., & Sheehi, S. (2021). Psychoanalysis Under Occupation: Practicing Resistance in Palestine (1st ed.). Routledge. https://doi.org/10.4324/9780429487880
Sheehi, Stephen & Sheehi, Lara. (2023). The reverie of resistance. Psychotherapy & Politics International. 21. 1-6. 10.24135/ppi.v21i3and4.11.
Sheehi, L., (2023). “Palestine is a Four-Letter Word: Psychoanalytic Innocence and Its Malcontents.” In For Palestine: Essays from the Tom Hurndall Memorial Lecture Group, edited by Ian Parker, 245–261. Cambridge: Open Book Publishers.
Summerfield, D. (1999). A critique of seven assumptions behind psychological trauma programmes in war-affected areas. Social Science and Medicine, 48, 1449-1462.
Summerfield, D. (2003). War, exile, moral knowledge and the limits of psychiatric understanding: a clinical case study of a Bosnian refugee in London. International Journal of Social Psychiatry, 49(4), 264-268.
Totton, N. (2000). Challenging the therapeutic relationship. SAGE Publications Ltd.
Triliva, S., & Marvakis, A. (2019). Neoliberal Psy-Practices in Greece. In: L. Huerta & J. M. F. Osorio (Eds.). Las ciencias sociales al otro lado del discurso neoliberal. Benemérita Universidad Autónoma de Puebla.
Triliva, Sofia & Fragkiadaki, Eva & Balamoutsou, Sophia. (2013). Forging partnerships for mental health: The case of a prefecture in crisis ravaged Greece. European Journal of Psychotherapy. 15. 10.1080/13642537.2013.849275.
Tsirtoglou, Y., Anagnostopoulou, E. & Karatzaferis, L. (2023). Is it just plain psychotherapy? Reflecting on the political meaning of the psychotherapist’s everyday practical dilemmas. Accepted for publication in Annual Review of Critical Psychology, 17.
Tsirtoglou, Y. (accepted). Exploring the relevance of Critical Psychology for Psychotherapy in Greece: Contrasting Practices of Psychological Support in the Free Market and in Social Movements. To appear in T. Manderbach, J. Ruge, P. Brook, E. Wengemuth, & S. Waleng (Eds.) (in prep.). Beyond Adaptation: The Unity of Personal and Social Change in Critical and Cultural-Historical Psychology.
Turner, M. (2014). The Political Economy of Western Aid in the Occupied Palestinian Territory Since 1993. In M. Turner & O. Shweiki (Eds.), Decolonizing Palestinian Political Economy: De-development and Beyond. Hampshire, UK: Palgrave Macmillan.
Ute Osterkamp. Reflections on Emotionality, Morality, Subjectivity, Power. In: Walkerdine, V. (2002). Challenging Subjects. Critical Psychology for a New Millennium. Palgrave (39-50)
Vera Sajrawi (August 25, 2022). ‘Palestinians handle trauma better when we struggle together to survive’. +972 Magazine.
Waldorff, K. (Jan. 2021). Healing the political divide. APA (Monitor in Psychology).
Weber, M. (1946) Science as a Vocation. In Gerth, H. and Mills, C.W. (Eds.) From Max Weber: Essays in Sociology, pp. 129-156, New York: Oxford University Press.
Ενδεικτικά link σχετικά με την φίμωση του φιλοπαλαιστινιακού λόγου στους κύκλους των ψ-ειδικών.
27/ 03/23.University clears anti-Zionist professor after discrimination claim.
16/ 06/ 23. Inside the war tearing psychoanalysis apart.
11/ 10/23. APA warns of psychological impacts of violence in Middle East
13/10/23. The BIPOCanalysis Collective: Statement “Toward Liberation Palestine”
16/10/23. The response of the Association of Jewish Psychologists to the APA’s statement.
23/10/23. Red clinic online event. Palestine Solidarity: Speak Out/Talk Back
27/10/23. IPA newsletter
31/ 10/ 23. American Psychological Association rejects call from member group for ‘liberation from ‘Zionist aggression’
06/11/23. Harriet Wolfe’s response to numerous messages from members of IPA.
07/03/24. Moral Crisis in Psychoanalysis: Anti-Israel Hate Allowed in the Profession
1 Ο Mustafa Qossoqsi είναι εκπαιδευτικός και κλινικός ψυχολόγος, πρόεδρος τουΑραβικού Ψυχολογικού Συλλόγου στο Ισραήλ, και Παλαιστίνιος πολίτης του Ισραήλ.
2 “I wished, by treating Psychology like a natural science, to help her [sic] to become one” (William James, 1892). Ο W. James, αμερικάνος φιλόσοφος και ψυχολόγος, είναι ιδρυτής της σχολής του πραγματισμού και της λειτουργικής ψυχολογίας, καθώς και εκείνος που παρέδωσε το πρώτο μάθημα ψυχολογίας στις Η.Π.Α.
3 https://www.jpost.com/business-and-innovation/tech-and-start-ups/article-789380, https://www.jpost.com/opinion/article-783824,
4 https://www.jpost.com/israel-news/article-784826, https://www.timesofisrael.com/intensive-one-day-retreat-program-aims-to-prevent-ptsd-among-idf-reservists/,
5 https://www.jpost.com/health-and-wellness/article-778041
6 Ο APA (American Psychological Association) είναι ο μεγαλύτερος, παλαιότερος και εν γένει νεοφιλελεύθερος και δεξιόστροφος επιστημονικός και επαγγελματικός σύλλογος ψυχολόγων με έδρα την Washington που κατέχει την ιδεολογική ηγεμονία στο πεδίο της ψυχολογίας. Η οργανωτική δομή του APA περιλαμβάνει 54 επιμέρους και εξειδικευμένα τμήματα και στο πλαίσιο της (διεθνούς) πολιτικής του σύνδεεται με 67 τοπικούς/ εθνικούς συλλόγους ψυχολόγων (συμπεριλαμβανομένου του Ισραηλινού Ψυχολογικού Συλλόγου) και θεσμούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Κατέχει την μεγαλύτερη ΜΚΟ στο πλαίσιο των ΟΗΕ, χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από φαρμακευτικές εταιρίες. και ο ετήσιος προϋπολογισμός του ανέρχεται σε $126 εκατομ.
7 Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ενώ ο ΣΕΨ άμεσα υπάγεται κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ψυχολογικών Συλλόγων (EFPA) λίγες συναδέλφισσες και συνάδελφοι γνωρίζουν την σχέση αυτή ενώ αναφέρονται πρωτίστως στον APA ως τον οργανισμό που καθορίζει την δεοντολογία κλπ.
8 …καθώς διατυμπανίζει και ο διάδοχός του Jaques Lacan (που ανέλυσε σε βάθος το έργο του Freud).
9 Αυτά τα ανείπωτα είναι που μάλλον έκαναν την ψυχαναλυτική πρακτική να θέλει έως και καθημερινές (ή και ισόβιες) συνεδρίες, των οποίων εύκολα μπορεί να γίνει η μετάφραση σε χρήμα, ώστε να μπορέσουν να ειπωθούν και εντέλει αναλυθούν.
10 https://royeidelson.com/new-timeline-torture-psychology-and-the-war-on-terror/
11 https://www.bps.org.uk/psychologist/psychologists-and-torture-more-question-interrogation
12 Για παράδειγμα, εκτενέστατα χρονικά για τους τρόπους που η ψυχολογία και ο APA έχουν βλάψει τους Μαύρους από τις απαρχές της συγκρότητσης της ψυχολογίας ως επιστημονικού πεδίου στα τέλη του 19ου αι. https://www.apa.org/about/apa/addressing-racism/historical-chronology
13 Εκτός από αυτές που έχουν βρει το φως της δημοσιότητας πολλές διεξήχθησαν εν κρυπτώ, σε κλειστές λίστες ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, με την χρήση εντυπωσιακά υβριστικού και παθολογικοποιητικού λεξιλογίου μεταξύ των ψυχολόγων.https://drive.google.com/file/d/1BB2OULUovzvX7f6hPCIu02fB-KBnV2wK/view
14 H L. Sheehi είναι λιβανέζα ακαδημαϊκός και ψυχαναλύτρια (με ορατή κινηματική δράση) σε βάρος της οποίας ασκήθηκαν κατηγορίες για αντισημιτισμό από Ισραηλινούς φοιτητές, κατά την διάρκεια μαθήματός της στο παν/μιο G. Washington. Η υπόθεσή της δίχασε σε βάθος τον ψυχαναλιτικό κόσμο, και έγινε αφορμή για την εξαπόλυση βαρύτατων απειλών αλλά και την παραίτηση του προέδρου του Αμερικανικού Ψυχαναλυτικού συλλόγου. Αν και εντέλει καμία πειθαρχική ποινή δεν της επιβλήθηκε βρίσκεται πλέον και αυτή φακελωμένη εδώ https://canarymission.org/professor/Lara_Sheehi.
15 Ο ορισμός της IHRA (2016) είναι ο αποσυρθέντας λειτουργικός ορισμός του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (European Union Agency for Fundamental Rights – FRA). Το 2019 το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος (ΚΙΣΕ) χαιρέτισε την υιοθέτηση του ορισμού εργασίας από τη Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας. Από τον Μάη, δε, του 2024 η Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ συζητάει νέα, αυστηρότερη έκδοση του ορισμού της IHRA, στο πλαίσιο της Antisemitism Awareness Act.
16 The new antisemitism manifests itself as anti-Zionism. (The fact that the two are not equivalent is demonstrated by the many cases of antisemitic Zionists] and by the long history of opposition to Zionism found within Judaism itself.)
17 Μέσω της οποίας θεωρήθηκε ότι υπονομέυεται η ισχύς του επαγγέλματος.
18 Στις σπουδές ψυχολογίας ελάχιστα μαθαίνουμε για την ιστορία, την πολιτική οικονομία, την διεθνή πολιτική κλπ. Σύμφωνα με τον καταμερισμό της εργασίας αυτά απασχολούν τους κοινωνιολόγους ή τις πολιτικούς. Η εισαγωγή επαρκών μαθημάτων σχετικών με την κοινωνία και την πολιτική είναι ένα αίτημα προς την αντίθετη θεωρητικά κατεύθυνση. Ξέρουμε, όμως, ότι η εργατική ή η αντιιμπεριαλιστική συνείδηση δεν διδάσκεται από τα πάνω και ούτε και συμφέρει τους “τους ισχυρούς” να διδαχθεί.
19 Mία γλωσσική τεχνική που δημιουργεί την εντύπωση μιας σύρραξης μεταξύ δύο ισότιμων εμπόλεμων ζωνών.
20 Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 2018 λειτούργουσαν στην Παλαιστίνη 3000 ΜΚΟ ενώ ο προύπολογισμός των διεθνών φορέων υποστήριξης διπλασιάστηκε από $112 εκατομμύρια το 1999 σε $223.6 εκατ. in 2006 (Turner, 2014).
21 Την οπτική αυτή αναπτύσσει ο Jan de Vos (2011) στο άρθρο του The psychologization of Humanitarian aid. Skimming the battlefield and the disaster zone.
22 H έννοια sumud περιγράφει την συλλογική, προσωπική και πολιτική στάση αντοχής και σταθερότητας των Παλαιστινίων στην καθημερινή ζωή έτσι ώστε να παραμένουν ζωντανές και ζωντανοί και να δυναμώνουν όλο και περισσότερο μέσα από τις πολιτικές τους αντιστάσεις και την ανυπακοή στην καταπίεση. Η έννοια sumud συναντάνται στην παλαιστινιακή λογοτεχνία και ποίηση ήδη από το 1917/18, πολύ νωρίτερα από την χρήση της έννοιας resilience (=ανθεκτικότητα) στην ψυχολογία (https://www.youtube.com/watch?v=Csy4TeqoldY). Η έννοια resilience εστιάζει στην ατομική προσαρμογή για την αντιμετώπιση ψυχοσυναισθηματικών κρίσεων και εισάγεται στην ψυχολογία το 1973.
23 Οι γυναίκες επιλέγονται ως ομάδα στόχος για τις στρατηγικές επίλυσης συγκρούσεων θεωρούμενες φύσει ειρηνοποιές, μη βίαιες και ανεπηρέαστες από την κατοχική αδικία διαμεσολαβήτριες. Προγράμματα όπως το People to People, το Jerusalem Link και το UNSCR 1325 πρότειναν κοινές δράσεις (ομάδες γυναικών, φόρουμ οικογενειας, διαδηλώσεις και συνέδρια) μεταξύ παλαιστινίων και ισραηλινών γυναικών, Η θέση τους αναγνωρίστηκε de facto ως κοινή, απέναντι σε εκείνη των αντρών, ανεξάρτητα από τους πολιτικούς και δομικούς λόγους που συγκροτούν την κοινωνική αδικία του πολέμου και της Κατοχής. Οι διαφορές στα βιώματα μεταξύ κατακτητριών και κατεχόμενων γυναικών θεωρήθηκαν αμελητέες
