Μετάβαση στο περιεχόμενο

Η συναισθηματική όψη του καπιταλισμού

2, Νοέμβριος, 2019

Για την συναισθηματική όψη του καπιταλισμού[1]

Γιούλη Τσίρτογλου, κλινική ψυχολόγος

Τα συναισθήματα  δεν είναι δράσεις per se. Είναι η εσωτερική ενέργεια που μας παρακινεί, αυτό που δίνει μία συγκεκριμένη διάθεση ή απόχρωση σε μία πράξη, η ενεργειακά φορτισμένη πλευρά της δράσης, με την εμπλοκή της γνώσης, του αισθήματος, της αιτιολόγησης, του κινήτρου και του σώματος. Δεν προϋπάρχουν της κοινωνίας και του πολιτισμού αλλά αποτελούν κοινωνικά νοήματα, κοινωνικές σχέσεις, και είναι οργανωμένα ανάλογα με το φύλο, την ιδιωτική ή την δημόσια σφαίρα.

Ο τρόπος που τα συναισθήματα οργανώνονται μας επιτρέπει να μιλάμε για συναισθηματικές κουλτούρες. Μία τέτοια κουλτούρα (χωρίς παρεξήγηση) είναι και ο συναισθηματικός καπιταλισμός, εντός της οποίας ο συναισθηματικός και ο οικονομικός λόγος, και οι αντίστοιχες πρακτικές, αλληλοδιαμορφώνονται, παράγοντας μία σαρωτική τάση μέσα στην οποία το αίσθημα αποτελεί μία σημαντική πλευρά της οικονομικής συμπεριφοράς και μέσα στην οποία η συναισθηματική ζωή κυρίως της μεσαίας τάξης, ακολουθεί την λογική των οικονομικών σχέσεων και της συναλλαγής.

Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκαν και συνεχίζουν να διαμορφώνονται νέες μορφές κοινωνιακότητας, νέες μορφές του σχετίζεσθαι, νέοι τρόποι και επιταγές του να εκφράζει κανείς τα συναισθήματά του, να πονάει, να ερωτεύεται, να κάνει οικογένεια. Κάποιες από τις κυριότερες συνιστώσες αυτών των μετασχηματισμών είναι οι εξής: η επικέντρωση στην συνειδητοποίηση, την έκφραση και την επικοινωνία των συναισθημάτων, ο εξορθολογισμός και ο αλφαβητισμός της συναισθηματικής εμπειρίας και τέλος το αφήγημα της (ψυχο)θεραπείας και η επίμονη αναζήτηση της συναισθηματικής υγείας. Αλλά ας τα πάρουμε ένα-ένα.

Η συνειδητοποίηση, η έκφραση και η επικοινωνία των συναισθημάτων κατέχει στον σύγχρονο καπιταλισμό κεντρική θέση, στο σύστημα των αναγκαίων και επιθυμητών καθημερινών δεξιοτήτων. Από την σχέση με τον εαυτό μέχρι την σχέση τους άλλους (εργοδότες, συντρόφους, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους, γνωστούς και αγνώστους) τα συναισθήματα γίνονται αντικείμενα που πρέπει να ανακαλυφθούν, να συζητηθούν, να λεκτικοποιηθούν, να δημοσιοποιηθούν, να αναλυθούν και να τεθούν σε επεξεργασία και διαπραγμάτευση. Όλα τα άτομα πια, ανεξαρτήτως ταυτότητας φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, χρειάζεται, ή και οφείλουν, να έρθουν αντιμέτωπα με τα συναισθήματά τους, να τα αποκρυπτογραφήσουν και να τα μεταδώσουν στον άλλο, να τα «ανταλλάξουν» με τον άλλο, με τρόπο δίκαιο, λειτουργικό, παραγωγικό και αξιοποιήσιμο για την εκάστοτε σχέση και την κοινωνία. Για τον σκοπό αυτό, επιστρατεύεται η χρήση μιας «ειδικής» συναισθηματικής γλώσσας, ακόμη άγνωστη σε πολλούς/ες, και ουδετεροποιημένες διαδικασίες διαλόγου, πολύ συχνά στην βάση της λογικής των ατομικών δικαιωμάτων. Ο αυθόρμητος, «ανειδίκευτος» και πιο ανοργάνωτος συναισθηματισμός μοιάζει να παραπέμπει σε ένα παλαιότερο μοντέλο επικοινωνίας, σε μια ξεπερασμένη πρακτική διαμόρφωσης των κοινωνικών σχέσεων.

Αντίθετα, οι σύγχρονες διαπροσωπικές σχέσεις μεθοδεύονται ολοένα και περισσότερο από διεργασίες εξορθολογισμού και αλφαβητισμού των συναισθηματικών εμπειριών που τις συνθέτουν. Τέτοιες διεργασίες είναι από την μια πλευρά η διανοητικοποίηση και οι επιλογές πάνω σε μια λογική βάση. Με άλλα λόγια η πλοήγηση στην συναισθηματική εμπειρία με την εκτεταμένη χρήση τόσο της σκέψης (λ.χ. τι είναι αυτό που εγώ θέλω) όσο και των (επιστημονικών) γνώσεων. Δεν φτάνει να νιώθεις τα συναισθήματα αλλά πρέπει να μπορείς και να τα διανοηθείς, να τα κατανοήσεις και να χειριστείς (ή να τα ελέγξεις) όσο πιο αποτελεσματικά γίνεται με βάσει τις γνώσεις των αρμόδιων επιστημών. Από την άλλη πλευρά, δε, παρατηρούμε την ολοένα και πιο υπολογισμένη χρήση μιας σειράς μέσων, όπως είναι οι διάφορες ασκήσεις για την εκμάθηση «καλών συναισθηματικών τρόπων» και τα διάφορα μοτίβα λόγου που μετατρέπουν την συναισθηματική εμπειρία σε συναισθηματικές λέξεις. Έτσι, οι συναισθηματικές εμπειρίες, και τα ίδια τα συναισθήματα χάνουν σταδιακά την ικανότητά τους να μας προσανατολίζουν άμεσα και χωρίς αναστοχαστικότητα. Αντίθετα, κανονικοποιούνται και τυποποιούνται όλο και περισσότερο στο βαθμό που η ανταλλαγή τους να μοιάζει μια νέα εμπορευματική διαδικασία.

Η ανάγκη των σύγχρονων υποκειμένων να επιτελέσουν τις σχέσεις τους όσο πιο επιτυχημένα γίνεται, βάσει των παραπάνω προϋποθέσεων, ανέδειξε την συναισθηματική υγεία ως νέο ιδανικό, μετατοπίζοντας το βάρος από το ιδανικό της «απλής» επιτυχίας στις καθημερινές απαιτήσεις. Τώρα δεν φτάνει μόνο να είναι κανείς επιτυχημένος/η αλλά χρειάζεται να νιώθει και συναισθηματικά υγιής. Απόρροια αυτού – αλλά και αιτία – αποτέλεσε (και ακόμα αποτελεί) η άνθιση της βιομηχανίας των θεραπειών, η ανάπτυξη της κουλτούρας της αυτοβοήθειας και η αυξανόμενη κυριαρχία του θεραπευτικού αφηγήματος. Η εμφάνιση νέων ψυχολογικών θεωριών, πιο ευέλικτων και ανοιχτών στην θέαση του εαυτού από τον φροϋδικό ντετερμινισμό, το κίνημα της θεραπείας του νου του (ο νους θεωρείται ότι μπορεί να θεραπεύσει τις ασθένειες), η επανάσταση του χαρτόδετου βιβλίου, η απουσία ισχυρών αντίθετων ιδεολογιών, τα πολιτικά μηνύματα του ‘60 για την σεξουαλικότητα, την αυτοανάπτυξη, την ιδιωτική ζωή και τις νέες μορφές αυτοέκφρασης με μη υλικούς όρους, η καταναλωτική κουλτούρα και η σεξουαλική απελευθέρωση, ο λόγος των δικαιωμάτων και η ανάπτυξη της ανθρωπιστικής ψυχολογίας με γνώμονα την αυτοπραγμάτωση που διεισδύει στην λαϊκή κουλτούρα είναι κάποιοι από τους βασικούς παράγοντες που συνετέλεσαν στα παραπάνω.

Έτσι, η αυτοπραγμάτωση μετατρέπεται σε συνώνυμο της υγείας και το δημιουργικό/αυτοπραγματωμένο άτομο αρχίζει να ταυτίζεται με το εντελώς ανθρώπινο. Η κανονική ζωή παθολογικοποιείται ολοένα και περισσότερο. Επινοούνται από τους ψυχολόγους διάφορες κατηγορίες, όπως η οικειότητα, οι οποίες αντιπροσωπεύουν την υγεία και η έλλειψή τους παραπέμπει σε μια ελαττωματική ιδιοσυστασία του ατόμου. Η θεραπευτική αυτοβιογραφία, όπου η ταυτότητα εντοπίζεται και εκφράζεται μέσα από την εμπειρία του πόνου, φαίνεται να αποτελεί ένα παράλληλο προϊόν. Είναι στην ουσία ένα αφήγημα μνήμης και ανάμνησης του πόνου με στόχο την απελευθέρωση από αυτόν. Με αυτό τον τρόπο, και σε αντίθεση με το παρελθόν, δίνεται νόημα στις απλές ζωές των ατόμων ως μια έκφραση του (κρυφού ή εμφανούς) πόνου και η συναισθηματική υγεία γίνεται ένα νέο παραγόμενο αγαθό που διακινείται και ανακυκλώνεται στους διάφορους κοινωνικούς και οικονομικούς τόπους.

Γιατί, όμως, ο λόγος της θεραπείας είναι αποτελεσματικός; Τι επιτυγχάνει η συναισθηματική ικανότητα στις καθημερινές ζωές των ανθρώπων;

Είναι πλέον σαφές σήμερα ότι τα διάφορα θεραπευτικά μοντέλα συνιστούν βασικά εργαλεία στήριξης των ανθρώπων στις αμέριστες καθημερινές τους προσπάθειες να αντιμετωπίσουν αφενός την ασταθή φύση του εαυτού και των κοινωνικών σχέσεων, και αφετέρου να δομήσουν τις αποκλίνουσες προσωπικές τους ιστορίες στην ύστερη νεωτερικότητα, προσφέροντας μια τεχνολογία που συμβιβάζει την ατομικότητα με τους θεσμούς μέσα στους οποίους λειτουργεί. Είναι, επίσης, ακόμα πιο σαφές ότι η διαφορετικές – δηλαδή ταξικές – δυνατότητες πρόσβασης στην ψυχολογική γνώση διαστρωματώνει και τις διαφορετικές μορφές υποκειμενικότητας και εαυτού.  Με άλλα λόγια, το ίδιο σύστημα γνώσης, που είχε σαν στόχο να δούμε μέσα στις πιο σκοτεινές γωνιές της ψυχής μας και να μορφωθούμε συναισθηματικά, παρήγαγε και συνεχίζει να παράγει, σε έναν συνεχώς αυξανόμενο βαθμό, πολιτισμικές τεχνικές για να τυποποιούμε τις στενές σχέσεις, να μιλάμε γι’αυτές και να τις διαχειριζόμαστε με τρόπους συχνά απλοποιητικούς αλλά και γενικευτικούς, που αποδυναμώνουν ταυτόχρονα την ικανότητά μας για ουσιαστική εγγύτητα. Για να το πούμε αλλιώς, στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού μπορεί να μάθαμε να χειριζόμαστε τα συναισθήματά μας πιο δεξιοτεχνικά αλλά αυτό δεν φαίνεται να μας έφερε πιο κοντά.

 

[1] Το κείμενο είναι βασισμένο στο βιβλίο της Eva Illouz “Cold intimacies: the making of emotional capitalism” (2007) που εκδόθηκε στα ελληνικά με τον τίτλο «Ψυχρή Τρυφερότητα» (2017) από τις εκδόσεις «oppositο».

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Αρέσει σε %d bloggers: