Skip to content

Για την επισφάλεια στην εργασία….με αφορμή τον Christophe Dejours

3, Μαρτίου, 2015

Τσίρτογλου Γιούλη, κλινική ψυχολόγος

Στην επισφάλεια ως έννοια έχει επιχειρηθεί να δοθεί ένα μεγάλο φιλοσοφικό βάθος και μια υπαρξιακή και οντολογική διάσταση αλλά και βάση (βλ. Βιρνο, 2007, Bauman, 2005). Ωστόσο, η συγκεκριμένη αυτή συζήτηση δεν είναι απαραίτητη προκειμένου να αναδείξει κανείς την υποκειμενική διάσταση της παραγωγής εργασίας. Θα χρησιμοποιήσω ως αφετηρία εδώ ορισμένες βασικές συντεταγμένες ενός Γάλλου ψυχοπαθολόγου, του Christophe Dejours1 κυρίως επειδή μας βοηθά να κάνουμε μια χρήσιμη αντιστροφή της συνήθους πορείας εξέτασης της επισφάλειας. Ξεκινά από τις υποκειμενικές ανάγκες εντός της εργασιακής – καπιταλιστικής – συνθήκης για να φτάσει στη συνθήκη της επισφαλούς συνθήκης εργασίας.

Για τον Dejours το φαινόμενο της επισφαλειοποίησης δεν είναι αρχικά ζήτημα μιας ευρείας κοινωνικής μεταβολής, δεν αναφέρεται πρώτα και πρωτίστως στην καταστροφή των κοινωνικών προστατευτικών δικτύων, αν και συμφωνεί πλήρως ότι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει. Από την άλλη δεν είναι και μια γενική υπαρξιακή συνθήκη αποσταθεροποίησης. Για τον ίδιο η επισφαλειοποίηση αφορά πρώτιστα και εξειδικευμένα στην εμπειρία του υποκειμένου κατά την εργασία του. Είναι η επισφαλειοποίηση της εργασίας της ίδιας ως υποκειμενικής εμπειρίας: δηλαδή μια αυξημένη αίσθηση επισφάλειας στην απασχόληση του καθενός αλλά και ένα χειροτέρεμα των εργασιακών συνθηκών αλλά και της ίδιας της εργασιακής διαδικασίας, ως δραστηριότητας. Για τον Dejours οι ευρύτερες κοινωνικές πλευρές της επισφαλειοποίησης που μελετούνται από τους κοινωνιολόγους είναι ένα αποτέλεσμα αναντίρρητα αλλά δευτερεύον σε σχέση με το πιο πρωταρχικό που έχει να κάνει με την υποκειμενική εμπειρία της εργασίας. Η βασική θέση του Dejours είναι ότι οι νέες συνθήκες διαχείρισης της εργασίας αποδυναμώνουν και σε πολλές περιπτώσεις καθιστούν αδύνατη τη δυνατότητα να έχει κανείς ατομικά ελπίδα, υπό την έννοια του να μπορεί να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει τα βάσανα (suffering) που ενέχονται στην εργασία του. Η βασική αυτοδιερώτηση σήμερα είναι: «Θ΄ αντέξω; Και για πόσο;»

Σύμφωνα με την φαινομενολογία του Dejours υπάρχουν ορισμένες πολύ βασικές διατάξεις και τρόποι διαμεσολάβησης εντός του καταμερισμού της εργασίας σήμερα, ορισμένες χαρακτηριστικές διαρθρώσεις μεταξύ υποκειμένων και με τον κόσμο των αντικειμένων της εργασίας. Μια βασική έγκειται στη μη κάλυψη της ανάγκης να υπάρχει συλλογική αναγνώριση των επιτεύξεων και του εργασιακού αντίκτυπου του εργαζομένου, πρώτιστα για αυτό που κάνει και όχι για αυτό που είναι. Αυτή η ανάγκη υποβαθμίζεται διαρκώς από το αίτημα της σύγχρονης εργασίας να έρχεται στο προσκήνιο σε κάθε ευκαιρία ο ίδιος ο εργαζόμενος ταυτισμένος με το προϊόν της εργασίας του (και προκειμένου να επιβιώσει εργασιακά, θα λέγαμε εμείς, ότι ο εργαζόμενος ανταποκρίνεται εκδηλώνοντας αυτό που ο Franco Berardi (2007) έχει επισημάνει ως τις «παθολογίες της υπερέκφρασης»).

Η εξατομικευτική αυτή συνθήκη ασφαλώς και σχετίζεται με την «πτώση των συλλογικότητων» που η κοινωνιολογία της ύστερης νεωτερικότητας έχει περιγράψει, όπως την απαξίωση του κοινωνικού κράτους, του συνδικαλισμού, κλπ. Για τον Dejours, ωστόσο, ίση σημασία με την κοινωνική απώλεια των προστατευτικών δομών έχει η απώλεια για τον εργαζόμενο του ψυχολογικού και πολιτισμικού πλαισίου αναγνώρισης της αξίας του κατά τη διάρκεια της εργαζόμενης ημέρας. Η διάβρωση του πλαισίου αυτού ανακλάται πιο έντονα στην εργασία τη βασισμένη στα project όπου οι συνάδελφοι είναι στην πραγματικότητα ανταγωνιστές υποχρεωμένοι να συνεργάζονται.

Μια άλλη διάρθρωση επισφάλειας έχει να κάνει με τη μη ικανοποίηση της ανάγκης να εκλαμβάνεται η εργασία ως κάτι ποιοτικό, που ανακλά αξιόλογες και προοδευτικές μεταβολές στον κόσμο, που παράγει και έχει ποιότητα και αξία. Για τον Dejours η ποιοτική υποβάθμιση της εργασίας και του προϊόντος είναι κάτι που διαρκώς αποκρύπτεται από τον τεχνολογικό κυρίως και ευρύτερα τεχνοκρατικό Λόγο της «υψηλής ποιότητας», της «απόλυτης ασφάλειας» στους χώρους εργασίας, του «ποιοτικού ελέγχου» στα προϊόντα, και είναι μια από τις κύριες πλευρές αυτού που ονομάζει «καθιερωμένο ψέμα» σχετικά με την εργασία σήμερα: ότι δεν είναι απαραίτητα ούτε καλύτερη από το χτες, ούτε θετική, ποιοτική γενικά.

Συναφής είναι και η διαρκής αποσιώπηση των περιπτώσεων όπου το χάσμα ανάμεσα στις ικανότητες και τη δραστηριότητα του υποκειμένου και τον τελικό στόχο της εργασίας δεν επιτυγχάνεται, τις περιπτώσεις εργασιακής αποτυχίας. Στις περιπτώσεις επιτυχίας η εργασιακή υποκειμενικότητα δυναμώνει περαιτέρω και προβάλει αυτήν την επιτυχία ως δικαίωση της εργασίας και των στόχων της. Υπό τη σημερινή συνθήκη, οι περιπτώσεις αποτυχίας δε βρίσκουν διέξοδο και μένουν στο σκοτάδι του δημόσιου λόγου – και θα λέγαμε εδώ ότι αυτό δεν αναιρείται από την προβολή που τυγχάνει η ανεργία ως κοινωνικό φαινόμενο, καθώς η ανεργία δεν παρουσιάζεται παρά ως επιτυχημένη, ευδαιμονική εργασιακή δύναμη, που απλά περιμένει εργασιακό αντικείμενο για να ξεδιπλωθεί.

Η πιο βασική εκδήλωση αυτών των προβληματικών συναρθρώσεων υποκειμένων και εργασιακών αντικειμένων είναι η αδυναμία ομολογίας των βασάνων της εργασίας (που οδηγεί τον Dejours σε μια περαιτέρω ψυχοδυναμική θεώρηση της μαζικής απώθησης αυτής της εμπειρίας, η οποία δε θα μας απασχολήσει εδώ περαιτέρω). Τα βάσανα της εργασίας γίνονται ταυτόχρονα αόρατα σε όλα τα επίπεδα: στο γενικό δημόσιο Λόγο, στο Λόγο που παράγουν οι οργανώσεις, μέχρι το επίπεδο των προσωπικών σκέψεων του υποκειμένου. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι η εμπειρία της εργασιακής οδύνης παραμένει ανείπωτη και για το υποκείμενο μια απαγορευμένη σκέψη. Αλλά, για τον Dejours τα βάσανα γίνονται αόρατα όχι απλά και μόνο επειδή έχουν εξαφανιστεί από το γενικό δημόσιο λόγο, επειδή απορρίπτονται από τα συλλογικά λεξιλόγια και τις σχετικές αναπαραστάσεις, αλλά και επειδή απλά και με τραγικό τρόπο το να αντιμετωπίζει κανείς προβλήματα και να υποφέρει στη δουλειά του είναι «τετριμμένο». Με άλλα λόγια, τα βάσανα είναι μια αποδεκτή κατάσταση στη σημερινή κοινωνία, ή ακόμα μια πραγματικότητα για την οποία υπάρχει μια «καλή δικαιολογία».

1 Τις θέσεις αυτές ο Dejours, τις αναπτύσσει αναπτύσσει κυρίως στο Souffrance en France: La Banalisation de l’Injustice Sociale (1998)
Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: