Skip to content

Επίλυση Κοινωνικών Προβλημάτων

13, Αύγουστος, 2009

Τσίρτογλου Γιούλη, Κλινική Ψυχολόγος

Περίληψη

Σε αδρές γραμμές, στόχος της παρούσας εργασίας αποτελεί η κατά το δυνατόν καλύτερη απεικόνιση του κανονιστικού μοντέλου επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων. Επιχειρώντας την προσέγγιση του στόχου αυτού θεώρησα κεντρικής σημασίας την τοποθέτηση του εν λόγω μοντέλου εντός του ιστορικού, θεωρητικού και εννοιολογικού περιγράμματος που το πλαισιώνει. Ενώ, παράλληλα, θεώρησα ότι θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στις τάσεις γύρω από τις οποίες συσπειρώνεται τόσο το ερευνητικό όσο και το κλινικό ενδιαφέρον.

Περιήγηση στις έννοιες.

Όπως αποκαλύπτεται έστω και μέσα από μια επιδερμική επισκόπηση της βιβλιογραφίας, η φράση «επίλυση προβλήματος» επιδέχεται πλήθος νοημάτων στα πλαίσια της ψυχικής υγείας και συναφών πεδίων. Η έννοια με την οποία θα αναφερθώ στην φράση «επίλυση προβλήματος» στην παρούσα εργασία αφορά σε ένα πρώτο επίπεδο την αυτοκατευθυνόμενη γνωστικό-συμπεριφορική διαδικασία με την οποία ένα άτομο προσπαθεί να προσδιορίσει ή να ανακαλύψει αποτελεσματικές ή προσαρμοστικές λύσεις για συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην καθημερινή ζωή. Με βάση αυτόν τον ορισμό η επίλυση προβλημάτων θεωρείται κάποια συνειδητή, λογική, κοπιαστική και κατευθυνόμενη προς κάποιο στόχο δραστηριότητα (D’Zurilla & Nezu, 1999).

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η φράση «επίλυση προβλημάτων» αναπαριστά μια συγκεκριμένη μέθοδο ή σύνολο διαδικασιών στα πλαίσια της γνωστικής- συμπεριφοριστικής θεραπευτικής προσέγγισης, που αναπτύχθηκε τα τελευταία 40 χρόνια και που με πολύ απλά λόγια, έχει σχεδιαστεί με στόχο την βοήθεια των ατόμων να βρουν τον δρόμο τους από τα προβλήματα στην λύση τους μέσα από την εκπαίδευσή τους σε μια συστηματοποιημένη σειρά μεθόδων και βημάτων (McGuire, 2001).

Το νόημα, βέβαια, που θα προσδώσει κανείς στην φράση «επίλυση προβλήματος» εξαρτάται, προφανώς, από τον τρόπο που θα ορίσει την έννοια «πρόβλημα» καθώς και την «επίλυση». Στα πλαίσια, λοιπόν, της παρούσας εργασίας ως «πρόβλημα» ορίζεται οποιαδήποτε κατάσταση της ζωής ή στόχος (παρόν ή προβλεφθείς) που απαιτεί μια αντίδραση για προσαρμοστική λειτουργικότητα, αλλά δεν υπάρχει καμιά αποτελεσματική αντίδραση άμεσα εμφανής ή διαθέσιμη στο άτομο λόγω της παρουσίας κάποιου ή κάποιων εμποδίων. Τέτοια εμπόδια αφορούν στην καινοτομία, την αμφιβολία, την μη προβλεψιμότητα, τις απαιτήσεις συγκρουόμενων ερεθισμάτων, ελλείψεις σε ικανότητες και έλλειψη μέσων. Το πρόβλημα δεν χαρακτηρίζει ούτε το περιβάλλον ούτε και το άτομο παρά την σχέση ή συναλλαγή των δύο αυτών, η οποία χαρακτηρίζεται από ανισορροπία ή ασυμφωνία μεταξύ των απαιτήσεων και των διαθέσιμων αντιδράσεων προσαρμογής. Ένα πρόβλημα μπορεί να γίνει αμέσως αντιληπτό ή μόνο αφού επαναλαμβανόμενες προσπάθειες αποτελεσματικής αντίδρασης έχουν αποτύχει (Tallman et al, 1993; D’Zurilla & Nezu, 1999; McGuire, 2001).

Η «λύση» αφορά σε μία ειδική για την περίσταση αντίδραση αντιμετώπισης ή μοτίβο αντιδράσεων (γνωστικό ή/ και συμπεριφορικό) που αποτελεί το αποτέλεσμα τις διαδικασίας επίλυσης προβλήματος όταν αυτή εφαρμόζεται σε μια συγκεκριμένη προβληματική κατάσταση. Μια «αποτελεσματική λύση» είναι αυτή μέσω της οποίας επιτυγχάνεται ο στόχος για την επίλυση του προβλήματος ενώ την ίδια στιγμή μεγιστοποιούνται οι θετικές συνέπειες και ελαχιστοποιούνται οι αρνητικές. Οι συνέπειες – βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες – αφορούν τόσο το άτομο όσο και τους άλλους ενώ η αποτελεσματικότητα της λύσης μπορεί να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τις αξίες, τις νόρμες και τους στόχους τόσο του ατόμου όσο και του περιβάλλοντος του ή των σημαντικών για το άτομο άλλων (McGuire, 2001, D’Zurilla & Nezu, 1999).

Σημαντική θεωρείται, όμως και η διάκριση μεταξύ της «επίλυσης προβλήματος» και της «εφαρμογής της λύσης» καθώς και της «αντιμετώπισης του προβλήματος (coping)». Η «επίλυση προβλήματος» αφορά στην εύρεση των λύσεων μέσω γενικότερων γνωστικών ικανοτήτων. Αντίθετα, η «εφαρμογή της λύσης αφορά στην εκτέλεση των λύσεων μέσω ικανοτήτων προσδιορισμένων βάσει του προβλήματος, της λύσης, του ατόμου και του περιβάλλοντός του (D’Zurilla & Nezu, 1999). Ενώ, η «αντιμετώπιση του προβλήματος» αφορά στις γνωστικές και συμπεριφορικές ενέργειες μέσω των οποίων ένα άνθρωπος προσπαθεί να διαχειριστεί μια αγχογόνα κατάσταση καθώς και τα συναισθήματα που αυτή γεννά. Αφορά, δηλαδή, μια ευρύτερη της «επίλυσης προβλήματος» διαδικασία, που περιλαμβάνει τις ενέργειες επίλυσης προβλημάτων αλλά η ίδια, η διαδικασία αντιμετώπισης του προβλήματος, δεν αποτελεί πάντα και επίλυσή του (D’Zurilla & Chang, 1995).

Από τα παραπάνω, γίνεται εμφανής και η κοινωνική διάσταση του φαινομένου η οποία φαίνεται να μαρτυρά την ανάγκη για την αναφορά, πια, στην «επίλυση κοινωνικών προβλημάτων» κάνοντας έτσι ακόμα πιο ξεκάθαρη την διαφοροποίηση της παρούσας οπτικής από τις άλλες μορφές νοηματοδότησης του όρου.

Ιστορικό και θεωρητικό πλαίσιο

Μία διαφορετική νοηματοδότηση του όρου «επίλυση προβλήματος είναι αυτή που υιοθετήθηκε από τους γνωστικούς-πειραματικούς ψυχολόγους για τον προσδιορισμό διαδικασιών που περιλαμβάνονται στην επίλυση αφηρημένων και απρόσωπων προβλημάτων, συνδεδεμένων με την διαχείριση αντικειμένων και ιδεών σε πεδία όπως η λογική, τα μαθηματικά και η επιστήμη. Ένας μεγάλος αριθμός ερευνών διεξήχθησαν για την μελέτη γνωστικών λειτουργιών όπως ο παραγωγικός και επαγωγικός συλλογισμός, η αναλογική λογική και η δημιουργικότητα. Παρόλο, όμως, που η μελέτη της επίλυσης προβλημάτων είχε μακρά ιστορία στην πειραματική ψυχολογία, τα πρώτα βήματα στην μελέτη της χρήσης αυτών των γνώσεων σε πραγματικές συνθήκες δεν έγιναν μέχρι τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 (McGuire, 2001, Hawton & Kirk, 1989).

Η «επίλυση κοινωνικών προβλημάτων» εμφανίστηκε την περίοδο που στο πεδίο της κλινικής ψυχολογίας κυρίαρχη τάση αποτελούσε το αυξανόμενο ενδιαφέρον σχετικά με την έννοια της κοινωνικής αυτεπάρκειας στα πλαίσια μιας ευρύτερης τάσης αμφισβήτησης του επονομαζόμενου «ιατρικού» μοντέλου. Σύμφωνα με το «ιατρικό» μοντέλο η κοινωνική αυτεπάρκεια αναχαιτίζεται από αποκλίσεις ή δυσπροσαρμοστικές αποκρίσεις που εμφανίζονται ως σημεία ή συμπτώματα βαθύτερων ενδοψυχικών συγκρούσεων. Το φυσιολογικό ορίζεται ως απουσία του παθολογικού και κατ’ επέκταση οι κοινωνικές ικανότητες αναμένονταν να βελτιωθούν όταν η ψυχοπαθολογία μειωνόταν (D’Zurilla & Nezu, 1999).

Στον αντίποδα του παραπάνω μοντέλου τάσσονται θεωρητικοί που αναπτύσσουν την υπόθεση ότι το παθολογικό αποτελεί απόρροια ελλείψεων σε ικανότητες που συμβάλουν στην κοινωνική αυτεπάρκεια, συμπεριλαμβανομένων των ικανοτήτων επίλυσης προβλημάτων. Τα συμπεριφορικά προγράμματα εκπαίδευσης στις κοινωνικές δεξιότητες, όμως, που αρχικά φαίνονταν ελπιδοφόρα αναφορικά με συγκεκριμένα συμπεριφορικά ελλείμματα αποδεικνύονταν ανεπαρκή ως προς την γενίκευση των αλλαγών που μπορούσαν να επιφέρουν. Το πρόβλημα των περιορισμένων συμπεριφορικών αλλαγών συνέβαλλε σημαντικά στην διαμόρφωση και την ανάδειξη μιας νέας τάσης στο πεδίο της τροποποίησης της συμπεριφοράς με έμφαση στις γνωστικές συνιστώσες του θεραπευόμενου ως θεμελιωδών διαστάσεων για την διεύρυνση και την γενίκευση των θεραπευτικών αλλαγών. Η νέα αυτή τάση είναι γνωστή σήμερα ως γνωστική-συμπεριφορική προσέγγιση. Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης γνωστικές μεταβλητές όπως οι πεποιθήσεις, οι διαδικασίες επεξεργασίας των πληροφοριών και οι ικανότητες επίλυσης προβλημάτων, αποτελούν τα εργαλεία για την γενικευμένη βελτίωση της κοινωνικής αυτεπάρκειας (D’Zurilla & Nezu, στο K. Dobson, 2001; McGuire, 2001).

Η «επίλυση κοινωνικών προβλημάτων», όμως, θεωρείται παρέμβαση εστιασμένη στο «πώς» παρά στο «τι». Τα άτομο διευκολύνονται στην απόκτηση και την βελτίωση γνωστικών και συμπεριφορικών ικανοτήτων (αλλαγές στις γνωστικο-συμπεριφορικές ικανότητες) χωρίς προϋποθέσεις αναφορικά με τον τρόπο που αυτές οι ικανότητες θα εφαρμοστούν (το περιεχόμενο της σκέψης) (McGuire, 2001). Το γεγονός αυτό, μας βοηθά να αναλογιστούμε την συμβολή ενός άλλου παράγοντα στην διαμόρφωση του μοντέλου «επίλυση κοινωνικών προβλημάτων». Ο παράγοντας αυτός αφορά στο αυξανόμενο ενδιαφέρον για την φύση και την ανάπτυξη της δημιουργικότητας (creativity), την δεκαετία του ’50 και πιο συγκεκριμένα στον τρόπο που αυτό αντικατοπτρίστηκε στα πρόσωπα του J.P. Guilford και του A. Osborn εντός των πεδίων της εκπαίδευσης και της βιομηχανίας αντίστοιχα. Ο Guilford, ασκώντας κριτική στην κυρίαρχη έννοια της γενικής νοημοσύνης λόγω του ότι δεν λάμβανε υπόψη ικανότητες που εμπλέκονται στην δημιουργική επίδοση και την κοινωνική νοημοσύνη, μίλησε για τις ικανότητες που χαρακτηρίζουν την αποκλίνουσα σκέψη, όπως ο πλούτος των ιδεών, η ευελιξία και η πρωτοτυπία. Ενώ, ο Osborn επικεντρώθηκε σε την δημιουργία προγραμμάτων εκπαίδευσης στην παραγωγική σκέψη και τη δημιουργική απόδοση που έδιναν έμφαση στην χρήση της κατακλυσμικής μεθόδου (D’Zurilla & Nezu, 1999).

Όπως προαναφέρθηκε, το πρόβλημα είναι εξατομικευμένο, δεν χαρακτηρίζει ούτε το περιβάλλον ούτε και το άτομο παρά την σχέση ή συναλλαγή των δύο αυτών. Αυτό που για ένα άτομο μπορεί να είναι πρόβλημα, για ένα άλλο άτομο μπορεί να μην είναι. Στη συσχετιστική αυτή θέση, φαίνεται να συνέβαλε η συσχετιστική θεωρία του Lazarus για το άγχος που με βάση την βιβλιογραφία αποτέλεσε και τον τέταρτο παράγοντα που συνέβαλε στην διαμόρφωση της «επίλυση κοινωνικών προβλημάτων» (D’Zurilla & Nezu ,1999). Για τον Lazarus, το άγχος αποτελεί έναν ιδιαίτερο τύπο σχέσης ή συναλλαγής μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντός του κατά την οποία οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος προσλαμβάνονται ως απειλητικές, υπερβαίνοντας τα αποθέματα του ατόμου για αντιμετώπισή τους. Εξάλλου, η θεωρία του Lazarus υπήρξε αφορμή για την δημιουργία ενός «συσχετιστικού μοντέλου επίλυσης προβλημάτων» αναφορικά με το στρες. Στο μοντέλο αυτό η διαδικασία επίλυση προβλήματος παίζει σημαντικό ρόλο ως στρατηγική αντιμετώπισης που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ικανότητα του ατόμου να αυξήσει προσαρμοστική του απόδοση και να μειώσει, να διαχειριστεί και να ελέγξει το άγχος και τα αρνητικά του αποτελέσματα.

Αναφερόμενοι, λοιπόν, με «μεταγνωστικούς όρους» στην εμφάνιση της «επίλυση κοινωνικών προβλημάτων» η τελευταία υπήρξε μία διαφορετική αναπαράσταση της «επίλυσης προβλημάτων» μέσω του επιλεκτικού συνδυασμού διαφόρων θεωρητικών ρευμάτων και επιστημονικών πεδίων που μέχρι τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 είχαν ασχοληθεί με την ανάπτυξη εννοιών «χρήσιμων» για την θεμελίωση της προσέγγισης.

Ένα κανονιστικό μοντέλο επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων

Οι θεωρίες σχετικά με την επίλυση ανθρώπινων προβλημάτων που αναπτύχθηκαν έως τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 χαρακτηρίζονται «περιγραφικές» λόγω του ότι εστίαζαν στο πώς οι άνθρωποι λύνουν συνήθως τα προβλήματα Σε αντίθεση, το μοντέλο στο οποίο βασίζονται στην πλειοψηφία τους τα διάφορα προγράμματα εκπαίδευσης στην επίλυση προβλημάτων που αναπτύχθηκαν έκτοτε χαρακτηρίστηκε «κανονιστικό». Το εν λόγω μοντέλο αναπτύχθηκε αρχικά από τους D’Zurilla & Goldfried (1971) και ξαναδιατυπώθηκε αργότερα από τους D’Zurilla & Nezu (1982,1990,1999) και η «κανονιστικότητά» του έγκειται στο γεγονός ότι επικεντρώνεται στην διευκρίνιση του πώς το άτομα θα έπρεπε να επιλύουν προβλήματα.

Το μοντέλο αυτό δεν αφορά σε μια μορφή διανοητικής θεραπείας μέσω του λόγου αλλά σε μια ενεργή διαδικασία πραγματιστικής αντιμετώπισης που περιλαμβάνει την αλληλεπίδραση μεταξύ γνωστικών, συμπεριφορικών και συναισθηματικών μεταβλητών. Συνήθως ενσωματώνεται αποτελώντας μέρος μιας ευρύτερης θεραπευτικής διαδικασίας είτε ως διαδικασία μάθησης, είτε ως γενική στρατηγική αντιμετώπισης είτε ως μέθοδος αυτοδιαχείρισης (D’Zurilla & Nezu ,1999).

Σε μια δομική, κατά κάποιον τρόπο, απεικόνιση του παραπάνω μοντέλου μπορεί κανείς να διακρίνει δυο κυρίες ανεξάρτητες διαδικασίες : α) την διαδικασία προσέγγισης / προσανατολισμού στο πρόβλημα και β) τον κατάλληλο τρόπο αντιμετώπισης / λύσης του προβλήματος.

Ο προσανατολισμός στο πρόβλημα

Ο προσανατολισμός στο πρόβλημα συνιστά την παράμετρο που θα υποκινήσει την διαδικασία επίλυσής του και αναμένεται να έχει μια γενικευμένη επίδραση καθόλη την διάρκεια της διαδικασίας επίλυσης του προβλήματος (D’ Zurilla στο K. Dobson, 1988). Περιλαμβάνει γνωστικά-συναισθηματικά σχήματα και συμπεριφορές που αντανακλούν τις εκτιμήσεις του ατόμου και την γενικότερη επίγνωσή του σχετικά με τα προβλήματα στη ζωή και τις ικανότητές του να ανταπεξέλθει με τρόπο αποτελεσματικό σε αυτά. ( π.χ εκτιμήσεις σχετικά με την σημασία των προβλημάτων για την ευημερία, αιτιακές αποδώσεις, προσδοκίες αυτεπάρκειας, θετικά-αρνητικά συναισθήματα, τάσεις προσέγγισης/ αποφυγής).

Ο προσανατολισμός στο πρόβλημα αφορά στις εξής μεταβλητές: α) την αντίληψη του προβλήματος, που αφορά στην τάση του ατόμου να  παρατηρεί τις αλληλεπιδράσεις του με το περιβάλλον  με τέτοιο τρόπο ώστε να αναγνωρίζει τα προβλήματα με ακρίβεια και να τα «ονομάζει» ανάλογα, β) την απόδοση του προβλήματος, που αναφέρεται στις αιτιώδεις αποδόσεις του ατόμου σχετικά με τα προβλήματα της ζωής, γ) την εκτίμηση του προβλήματος, που αφορά  στην αξιολόγηση του ατόμου σχετικά με την σημασία του προβλήματος για την προσωπική/ κοινωνική του ευημερία, δ) τον προσωπικό έλεγχο, που αφορά στις προσδοκίες του ατόμου τόσο σχετικά με την επιλυσιμότητα του προβλήματος όσο και σχετικά με τις ικανότητές του να λύσει το πρόβλημα και ε) την δέσμευση του ατόμου σε χρόνο και σε κόπο, που αφορά τόσο στην εκτίμηση του χρόνου που θα  χρειαστεί για την επίλυση του προβλήματος όσο και στην διάθεσή του να αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο και κόπο για την επίλυση του προβλήματος . (D’ Zurilla στο K. Dobson, 1988).

Κάθε μια από τις παραπάνω μεταβλητές μπορεί να ιδωθεί ως ένα συνεχές με τα δύο του άκρα να συμβάλλου ανάλογα στην διαμόρφωση του θετικού ή του αρνητικού προσανατολισμού στο πρόβλημα. Ο θετικός προσανατολισμός στο πρόβλημα με βάση τις παραπάνω μεταβλητές θα μπορούσε να οριστεί ως η ετοιμότητα του ατόμου να αναγνωρίζει το πρόβλημα όταν αυτό λαμβάνει χώρα, εκτιμώντας με ακρίβεια τον χρόνο και τον κόπο που πρέπει να αφιερώσει και έχοντας την διάθεση να δεσμευτεί για αυτό, ερμηνεύοντάς το ως πρόκληση ή πηγή κέρδους, μέσα από την πεποίθηση ότι τα προβλήματα γενικά είναι αντιμετωπίσιμα και ότι έχει τις ικανότητες είτε να το επιλύσει είτε να το αντιμετωπίσει, αποδίδοντάς το σε μεταβαλλόμενες προσωπικές ή περιβαλλοντικές αιτίες  και  (D’Zurilla & Nezu ,1999).

Αντίθετα, ο αρνητικός προσανατολισμός στο πρόβλημα θα μπορούσε να οριστεί ως η τάση του ατόμου να αρνείται ή να παραβλέπει το πρόβλημα όταν αυτό εμφανίζεται, αποδίδοντας επιπόλαια την αιτία του προβλήματος σε κάποια μόνιμη δική του έλλειψη και αμφιβάλλοντας τόσο για την επιλυσιμότητα του όσο και για τις ικανότητες να το επιλύσει ή να το αντιμετωπίσει καθώς και ερμηνεύοντάς το ως σημαντική απειλή της ζωής του για την αντιμετώπιση της οποίας δεν είναι διατεθειμένο να δεσμευτεί ενεργά και να αφιερώσει κόπο και χρόνο. Τόσο ο θετικός όσο και ο αρνητικός προσανατολισμός στο πρόβλημα είναι αποτέλεσμα κοινωνικής μάθησης και πιθανόν σχετίζεται με μακροχρόνιες, ισχυρά διατηρημένες πεποιθήσεις και έντονα συναισθήματα (D’Zurilla & Nezu ,1999), αναφορικά και με παρελθούσες εμπειρίες επίλυσης προβλημάτων (D’ Zurilla & Chang, 1995), που έχουν συνδιαμορφώσει ανάλογές σκέψεις , συναισθήματα και τρόπους συμπεριφοράς για την επίλυση των προβλημάτων

Παρόλο που οι περισσότερες από τις ίδιες τις προβληματικές καταστάσεις τείνουν να προκαλούν συναισθήματα άγχους, μαθημένα ή μη, λόγω του ότι συνήθως σχετίζονται με πόνο, απώλεια, ματαίωση, σύγκρουση, μη-προβλεψιμότητα, αβεβαιότητα, αμφιβολία και πολυπλοκότητα, οι πεποιθήσεις, οι εκτιμήσεις και προσδοκίες το ατόμου κατά την προσέγγιση του προβλήματος αποτελούν σημαντική πηγή συναισθηματικών αντιδράσεων που μπορούν είτε να διευκολύνουν είτε να εμποδίσουν την επίλυση του προβλήματος. Έτσι, η εκτίμηση του προβλήματος ως πρόκληση πιθανότατα θα προκαλέσει στο άτομο θετικά συναισθήματα όπως διέγερση ή ενθουσιασμό, ενώ η εκτίμησή του ως σημαντική απειλή για την ευημερία του πιθανότατα θα του προκαλέσει φόβο ή άγχος. Ανάλογα, προσδοκίες σχετικά με το πρόβλημα που σχετίζονται προβλέψεις ελέγχου ή προσωπικής ανάπτυξης θα προκαλέσουν στο άτομο θετικά συναισθήματα ελπίδας ενώ προσδοκίες πόνου ή απώλειας αρνητικά συναισθήματα αβοηθεισίας. Γενικότερα, οι συναισθηματικές αντιδράσεις σχετίζονται άμεσα με τις πεποιθήσεις του ατόμου που αφορούν στις μεταβλητές που διαμορφώνουν την ποιότητα του προσανατολισμού στον στόχο (θετικός/ αρνητικός). Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, η ένταση και διάρκεια των συναισθηματικών αντιδράσεων θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της επίλυσης του προβλήματος όσο και επόμενων ανάλογων προσπαθειών (D’Zurilla & Nezu ,1999).

Η διαδικασία αντιμετώπισης/ λύσης του προβλήματος

Η διαδικασία αντιμετώπισης / λύσης του προβλήματος αφορά σε  ένα σύνολο ειδικών, λογικών και στόχο-κατευθυνόμενων δεξιοτήτων που επιλέγουν να εφαρμόζουν τα άτομα ώστε να μεγιστοποιήσουν τις πιθανότητες εξεύρεσης της καλύτερης ή της πιο αποτελεσματικής λύσης για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Οι δεξιότητες αυτές αφορούν: α) στον προσδιορισμό και την διατύπωση του προβλήματος β) στην δημιουργία εναλλακτικών λύσεων γ) στον τρόπο λήψης αποφάσεων και δ) στην υλοποίηση και επαλήθευση των στρατηγικών που επιλέχθηκαν(D’Zurilla & Nezu ,1999).

Σύμφωνα με τον John Dewey (1910) « όταν ένα καλά διατυπωμένο πρόβλημα είναι κατά το ήμισυ λυμένο». Με άλλα λόγια, ο προσδιορισμός και η διατύπωση του προβλήματος μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο σημαντική συνιστώσα του μοντέλου επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων. Η σημασία των βημάτων που ακολουθούν έγκειται στο γεγονός ότι μπορούν να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα των σταδίων που θα ακολουθήσουν (Nezu & D’ Zurilla, 1981).

Ο προσδιορισμός και η διατύπωση του προβλήματος ως στάδιο της ευρύτερης διαδικασίας επίλυσης προβλημάτων αναφέρεται σε γνωστικές διαδικασίες όπως: η περιγραφή όλων των διαθέσιμων στοιχείων με ξεκάθαρους και συγκεκριμένους όρους, την διάκριση μεταξύ σχετικών και άσχετων πληροφοριών καθώς και μεταξύ αντικειμενικών συμβάντων από υποθέσεις, γνώμες ή συμπεράσματα, την αναγνώριση στόχων προς επίλυση και τέλος την αναγνώριση παραγόντων που κάνουν την κατάσταση προβληματική, όπως εμπόδια, συγκρούσεις κ.α. Στόχος των παραπάνω λειτουργιών είναι η επανεκτίμηση της προσωπικής και κοινωνικής διάστασης του προβλήματος και ο σαφής προσδιορισμός του με την μορφή ρεαλιστικών στόχων. Ωστόσο, ο σαφής προσδιορισμός του προβλήματος και των στόχων σε καμία περίπτωση δεν υπονοεί την αγνόηση ενός ευρύτερου προβλήματος πηγή άλλων πιο συγκεκριμένων. (Nezu & D’ Zurilla 1981, Hawton & Kirk, 1989, D’Zurilla & Nezu ,1999).

Στο στάδιο της δημιουργίας εναλλακτικών λύσεων ο σκοπός είναι να δημιουργηθούν όσο το δυνατόν περισσότερες εναλλακτικές λύσεις ώστε να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα να συμπεριληφθεί η καλύτερη εφικτή λύση μέσα σε αυτές. Για την επίτευξη αυτών των στόχων οι D’Zurilla and Goldfried στο μοντέλο τους εστιάζουν σε τρεις αρχές. Αυτές οι αρχές είναι βασισμένες στο μοντέλο του Guilford (1967) για την παραγωγή αποκλινόντων επιχειρημάτων και την «κατακλυσμική μέθοδο» του Osborn (1963) (D’Zurilla & Nezu ,1980, D’Zurilla & Nezu ,1999).

Η πρώτη συνοψίζεται στην φράση « η ποσότητα «τρέφει» την ποιότητα» και υπονοεί ότι όσο περισσότερες εναλλακτικές παράγει το άτομο τόσο περισσότερες ποιοτικές λύσεις θα ανακαλύψει και άρα τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν να βρει την καλύτερη δυνατή λύση ανάμεσα σε αυτές. Η αρχή αυτή θεωρείται κομβικής σημασίας σχετικά με το αν τελικά το άτομο θα ακολουθήσει την λογική «δημιουργίας εναλλακτικών λύσεων» ή απλά θα κάνει το βήμα «σκέψου-μία-λύση».

Η δεύτερη μπορεί να συνοψιστεί ως «αναβολή της κρίσης» αφορά στο γεγονός ότι όταν το άτομο αναβάλλει την κρίση του σχετικά με την καταλληλότητα και την ποιότητα των λύσεων για την μετέπειτα φάση της «λήψης αποφάσεων «κατά την διαδικασία επίλυσης του προβλήματος τότε περισσότερο ποιοτικές λύσεις θα παραχθούν και άρα θα αυξηθούν οι πιθανότητες να ανακαλύψει το άτομο την καλύτερη δυνατή μεταξύ αυτών.

Τέλος, η τρίτη αρχή συνοψίζεται στην φράση «στρατηγική και τακτικές» και υποδηλώνει ότι το άτομο θα πρέπει πρώτα να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερες γενικές προσεγγίσεις ή στρατηγικές για την επίλυση του προβλήματος και μετά επιστρέφοντας σε αυτές να δημιουργήσει συγκεκριμένες δράσεις ή τακτικές για κάθε μία από αυτές αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες εξεύρεσης της καλύτερης δυνατής προσέγγισης, τακτικής και λύσης (D’Zurilla & Nezu ,1980).

Η διαδικασία λήψης αποφάσεων αφορά στην σύγκριση και την κριτική αξιολόγηση των διαθέσιμων λύσεων και την επιλογή της καταλληλότερης ή τον καταλληλότερο συνδυασμό λύσεων για την συγκεκριμένη προβληματική κατάσταση. Η καταλληλότητα ή αποτελεσματικότητα της κάθε λύσης κρίνεται με βάση την αξία της σε πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα σε συνδυασμό με τις αναμενόμενες συνέπειές τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Πιο συγκεκριμένα, η αξιολόγηση των λύσεων και κατ’ επέκταση η διαδικασία λήψης της απόφασης περιλαμβάνει δύο στάδια.

Πρώτα, το άτομο θα πρέπει να εξετάσει τις διαθέσιμες λύσεις αποκλείοντας εκείνες που είτε η εφαρμογή τους θεωρείται σχεδόν αδύνατη λόγω των μειωμένων ικανοτήτων και αποθεμάτων είτε λόγω των αυξημένων εμποδίων, είτε είναι πιθανόν να οδηγήσει σε σοβαρά αρνητικές συνέπειες και άρα απαιτεί την ανάληψη ενός μη αποδεκτού ρίσκου. Άλλωστε, οι εκδοχές που συνδέονται με την αποφυγή του κόστους προτιμώνται σε σχέση με αυτές που συνδέονται με την επίτευξη κέρδους (Tallman et al. 1993).

Στη συνέχεια, τα κριτήρια με βάση τα οποία το άτομο θα εκτιμήσει τις θετικές και αρνητικές συνέπειες της κάθε λύσης και συγκρίνοντάς τις θα αποφασίσει μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: το βαθμό επίλυσης του προβλήματος, την συναισθηματική-ψυχολογική ευημερία, τις απαιτήσεις σε χρόνο και σε κόπο καθώς και την γενικότερη προσωπική-κοινωνική ευημερία που κυρίως αφορά στις μακροπρόθεσμες συνέπειες της λύσης ή των λύσεων. Επίσης, οι νόρμες και οι αξίες του κάθε ατόμου αποτελούν κριτήρια που φανερώνουν τον εξατομικευμένο χαρακτήρα της επιλεγμένης λύσης ή επιλυτικού σχεδίου (D’Zurilla & Nezu ,1999).

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί η διάκριση που γίνεται από κάποιους θεωρητικούς σχετικά με την έννοια της «επιλογής» και αυτήν της «απόφασης» που όπως φαίνεται σχετίζονται άμεσα με την διαδικασία επίλυσης προβλημάτων. Οι Tallman και Gray (1990) παρατηρούν ότι η έννοια της επιλογής τείνει να αναφέρεται σε μαθημένες προτιμήσεις που έχουν επαναληφθεί σε κάποιο βάθος χρόνου. Ενώ, η απόφαση αναφέρεται σε μη-συνηθισμένες (nonroutine) καταστάσεις κατά τις οποίες τα άτομα δεν μπορούν να βασιστούν σε προηγούμενες εμπειρίες για την εκτίμηση των πιθανών αποτελεσμάτων. Βάσει της διάκρισης αυτής οι Tallman et al. (1993) συνεχίζουν ότι οι μη συνηθισμένες καταστάσεις – στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι προβληματικές – σχετίζονται άμεσα όχι μόνο με την έννοια του ρίσκου και της αβεβαιότητας αλλά και της εικασίας. Τα άτομα «μπορούν μόνο να μαντέψουν ότι μια συγκεκριμένη σειρά ενεργειών θα καταλήξει σε επιτυχία ή αποτυχία» (Tallman et al. 1993). Ίσως αυτή η σύνδεση της έννοιας του προβλήματος και της απόφασης με τις έννοιες του ρίσκου, της αβεβαιότητας, και της εικασίας να οδήγησε και τους Ross&Ross (1978) στον ορισμό της επίλυσης προβλήματος ως «το να μαθαίνει κανείς να επιλέγει την καλύτερη λύση βάσει των πληροφοριών που του παρέχονται» (Heath et al, 1987).

Τέλος, η διαδικασία υλοποίησης και επαλήθευσης των στρατηγικών αφορά στην αποτίμηση της αποτελεσματικότητας της λύσης που επιλέχθηκε στα προηγούμενα στάδια στις πραγματικές συνθήκες της προβληματικής κατάστασης. Η διαδικασία αυτή φαίνεται να αποτελεί την συνισταμένη των δυνάμεων του ατόμου για αυτοπαρατήρηση, αυτοεκτίμηση, αυτό-ενίσχυση και υλοποίηση της λύσης. Η αλληλεξάρτηση των δυνάμεων αυτών θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την αποτελεσματική λύση του προβλήματος αλλά και τις προσδοκίες αυτεπάρκειας και αυτοελέγχου, που είναι σημαντικές για μελλοντικές προσπάθειες επίλυσης προβληματικών καταστάσεων. (D’Zurilla & Nezu ,1999).

Στην εξέλιξη των παραπάνω βημάτων σημαντικός θεωρείται, και πάλι, ο ρόλος των συναισθημάτων. Τα συναισθήματα που θα αναδυθούν – θετικά ή αρνητικά – θα είναι ανάλογα με το επίπεδο των ικανοτήτων και των εφοδίων (όπως συμβουλές, πληροφορίες κ.α) του ατόμου. Για παράδειγμα, ένα καλό επίπεδο ικανοτήτων θα διευκολύνει την επίτευξη του κάθε βήματος η οποία, διαδοχικά, είναι πιθανό να προκαλέσει θετικές συναισθηματικές αντιδράσεις. Αντίθετα, ελλείψεις σε ικανότητες επίλυσης προβλήματος και εφόδια είναι πιθανό να οδηγήσουν σε φτωχή εκτέλεση των βημάτων και ως συνέπεια σε αρνητικά συναισθήματα. Εκτός, όμως από τα συναισθήματα που συνδέονται με τον βαθμό απόδοσης στα διάφορα βήματα, είναι πιθανό να αναδυθούν και άλλες συναισθηματικές αντιδράσεις εξαρτώμενες από παλιότερες προσπάθειες επίλυσης προβλημάτων και γεγονότα που οδήγησαν σε γνωστικές διαστρεβλώσεις και αρνητικές προσδοκίες.

Αν και η σχέση μεταξύ αποτελεσματικότητας κατά την επίλυση του προβλήματος και της υποκειμενικής ποιότητας δεν έχει αποσαφηνισθεί ακόμα πλήρως, γενικά, φαίνεται τα θετικά συναισθήματα να διευκολύνουν την απόδοση σε αντίθεση με τα αρνητικά. Ιδιαίτερα σημαντική φαίνεται να είναι, όμως, και η ένταση των συναισθημάτων η οποία είτε μπορεί να οδηγήσει στην διάσπαση της προσοχής και άρα σε αποτελεσματική επίδοση είτε, ξεπερνώντας ένα ανώτατο επίπεδο αύξησης, να προσληφθεί ως αρνητικό συναίσθημα ανεξάρτητα από την ποιότητα του έντονου συναισθήματος. Παράλληλα, η διάρκεια ιδιαίτερα των αρνητικών συναισθημάτων μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την αποτελεσματική επίλυση της κατάστασης τόσο ως συνέπεια συχνής έκθεσης σε προβλήματα όσο και ως απόρροια μειωμένης ικανότητας επίλυσής τους και των ακόλουθων «τιμωριών» (όπως αποστροφικές συνέπειες, απώλεια ενίσχυσης και αισθήματος απώλειας του ελέγχου). Είναι η διάρκεια που, όπως αναφέρεται, μπορεί να οδηγήσει σε μια άλλου είδους εξάντληση, «απάθεια» και καταθλιπτική διάθεση περισσότερο αντικειμενικά προσδιορισμένη. Απόρροια των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι η ίδια η διαχείριση των συναισθημάτων είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει ένα από τους αρχικούς στόχους κατά την εκπαίδευση στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων (D’Zurilla & Nezu ,1999).

Η επίλυση κοινωνικών προβλημάτων δεν συνίσταται σε μία και μοναδική ενέργεια αλλά σε μια γνωστικο-συναισθηματικο-συμπεριφορική διαδικασία που περιλαμβάνει διάφορα στάδια σε καθένα από τα οποία λαμβάνονται αποφάσεις-κλειδιά σχετικά με το αν χρειάζεται να συνεχιστούν οι ενέργειες στο παρόν στάδιο, να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για να περάσει στο επόμενο στάδιο, να επιστρέψει στο προηγούμενο ή να καταλήξει την διαδικασία επίλυσης του προβλήματος (Tallman et al. 1993). Με άλλα λόγια η αποτελεσματική επίλυση προβλήματος είναι πιθανόν να χαρακτηρίζεται από μια κίνηση «μπρος-πίσω» πριν η διαδικασία θεωρηθεί ολοκληρωμένη (D’ Zurilla στο K. Dobson, 1988). Άλλωστε, όπως αναφέρει ο Krampen G (1997) η δημιουργική επίλυση προβλήματος χαρακτηρίζεται από διαρκή εναλλαγή μεταξύ φάσεων υποκειμενικής παθητικότητας, ελλιπούς κινητοποίησης και συναισθήματα μειωμένης προόδου αφενός, και φάσεων διέγερσης, εμπλοκής στο στόχο και ενεργοποίησης αφετέρου.

Η εκπαίδευση στην επίλυση προβλημάτων

Σήμερα, τα περισσότερα προγράμματα εκπαίδευσης στην επίλυση προβλημάτων για ανήλικους και ενήλικες εστιάζουν κυρίως στις αντιδράσεις προσανατολισμού και στις ικανότητες επίλυσης προβλημάτων.

Οι αντιδράσεις προσανατολισμού αφορούν κυρίως ένα σύστημα αναγνώρισης ή αγνόησης των προβλημάτων καθώς και ένα σύνολο σχετικά σταθερών γνωστικο-συναισθηματικών σχημάτων που περιγράφουν το γενικό τρόπο με τον οποίο το άτομο σκέφτεται και νιώθει σχετικά με τα προβλήματα της ζωής και τις ικανότητές του να τα επιλύει ή να τα αντιμετωπίζει. H εκπαίδευση στις αντιδράσεις προσανατολισμού περιλαμβάνει τόσο μεθόδους που μπορούν να καθοδηγήσουν το άτομο ώστε να ξεχωρίσει το πρόβλημα από το κοινωνικό του πλαίσιο και να το αναγνωρίσει όσο και μεθόδους που προβλέπεται να επιφέρουν πιο γενικευμένες αλλαγές στα γνωστικο-συναισθηματικά σχήματα (D’ Zurilla & Nezu, 1999).

Οι μέθοδοι για την αναγνώριση του προβλήματος περιλαμβάνουν την χρήση των συναισθημάτων και την αναποτελεσματικής συμπεριφοράς ως σήματα ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει καθώς και την χρήση του «καταλόγου προβλημάτων». Επίσης, σύμφωνα με Margulies (1989), η ενσυναίσθηση ως γνωσιακή κατάσταση ειδικά συντονισμένη για την αντίληψη περίπλοκων ψυχολογικών σχηματισμών, φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση του προβλήματος από το άτομο καθώς «όσο περισσότερο το άτομο νιώθει να γίνεται κατανοητό, τόσο πιο πιθανό είναι να αναζητήσει την κατανόηση του εαυτού του επιχειρώντας να κατανοήσει την οπτική του θεραπευτή σε σχέση με τον εαυτό του» ( Wakefield, 1991 στο Runco, 1994).

Μέθοδοι που προβλέπεται να επιφέρουν πιο γενικευμένες αλλαγές στα γνωστικο-συναισθηματικά σχήματα σχετικά με τα προβλήματα αφορούν σε τεχνικές αναδόμησης και αναπλαισίωσης. Τέτοιες τεχνικές αφορούν στην χρήση της αναλογικής σκέψης, του σωκρατικού διάλογου, του παιχνιδιού ρόλων, μεταφορών και της ερμηνείας(Mattila, 2001).

Η ανεπαρκής επίλυση προβλημάτων είναι αποτέλεσμα τόσο της αναστολής της χρήσης των απαραίτητων ικανοτήτων όσο και των ελλείψεων στις ικανότητες αυτές. Η εκπαίδευση σε ικανότητες επίλυσης προβλημάτων περιλαμβάνει την εκπαίδευση στον προσδιορισμό και την διατύπωση του προβλήματος, την δημιουργία εναλλακτικών λύσεων, τον τρόπο λήψης αποφάσεων, την υλοποίηση της λύσης και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Πιο συγκεκριμένα, όμως, η εκπαίδευση στις ικανότητες επίλυσης προβλημάτων αφορά στην εκπαίδευση σε γνωστικές ικανότητες που θα αποτελέσουν, άλλωστε και την βάση για συμπεριφορικές αλλαγές. Τέτοιες γνωστικές ικανότητες είναι η αιτιολογική σκέψη, η συμπερασματική σκέψη, η εναλλακτική σκέψη, η σκέψη μέσων και σκοπών και η σκέψη διαφορετικών οπτικών και έχουν περιγραφεί στο μοντέλο του Spivack και των συνεργατών του (1976).

Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, «αν και φύσει γνωστικές οι εν λόγω ικανότητες απευθύνονται στο διαπροσωπικό πεδίο και ψυχομετρικά διαφέρουν από αυτό που τυπικά υποθέτουμε ότι μετρούμε με τα τεστ νοημοσύνης» (McGuire, 2001). Ωστόσο, έχει βρεθεί πως το IQ θέτει το ανώτατο όριο στην αποκλίνουσα παραγωγή του Guilford, η οποία αφορά την ευρεία έρευνα για εναλλακτικές ιδέες και λύσεις και φαίνεται να σχετίζεται με την αποτελεσματική επίλυση προβλημάτων (D’ Zurilla & Nezu, 1999).

Ελλείψεις ή αναστολή στην εφαρμογή των ικανοτήτων αυτών θεωρούνται συνέπεια περιορισμένων ευκαιριών για μάθηση, γονικών περιορισμών και άλλων μορφών κοινωνικοποίησης ενώ η ανάπτυξή τους συνδέεται άμεσα με την γλώσσα και την παραγωγή του λόγου (McGuire, 2001). Μάλιστα, ο P. Carruthers (2002) συνδέει την επίλυση προβλημάτων με τo “παιχνίδι ρόλων» (pretence play) και το «γλωσσικό ξέσπασμα» (language spurt) που κάνουν την εμφάνιση από τους 18 πρώτους μήνες και έπειτα.

Ωστόσο, μεγαλύτερη ερευνητική εμπειρία είναι απαραίτητη για τον ακριβή προσδιορισμό των βασικών ικανοτήτων που εξηγούν καλύτερα τις ατομικές διαφορές στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων. Γιατί, ενώ η κουλτούρα φαίνεται να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το επίκεντρο της σκέψης των ατόμων (που εκφράζονται μέσω της γλώσσας, των αξιών και των προσωπικών στόχων) οι περισσότερες παράμετροι της γνωστικής επεξεργασίας παρουσιάζουν πολύ μικρότερη μεταβλητότητα (McGuire, 2001, D’ Zurilla & Nezu, 1999).

Η αποτελεσματικότητα του μοντέλου επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων.

Επιχειρώντας κανείς να συγκεντρώσει και να αποτυπώσει την ερευνητική δραστηριότητα σχετικά με την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων έρχεται αντιμέτωπος με πλήθος βιβλιογραφικών αναφορών. Αγνοώντας προς στιγμήν, την διάκριση των ερευνών από τους θεωρητικούς ανάλογα με το είδος των εργαλείων αξιολόγησης που χρησιμοποιούνται (McGuire, 2001) στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσω την ομαδοποίηση των εν λόγω ερευνών ανάλογα με τον σκοπό της διεξαγωγής τους με απώτερο στόχο μου να σκιαγραφίσω την αποτελεσματικότητα του μοντέλου επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων.

Η πρώτη ομάδα ερευνών περιλαμβάνει αυτές που σκοπό έχουν να αξιολογήσουν την καταλληλότητα και την ανταπόκριση του μοντέλου στην ερμηνεία διάφορων καταστάσεων και πληθυσμών που, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, η θέση τους στο συνεχές «ασθένεια»-«υγεία» ποικίλλει. Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, επίσης, και έρευνες που σκοπό έχουν να εξετάσουν πιο συγκεκριμένα ποια χαρακτηριστικά των καταστάσεων ή των πληθυσμών (για παράδειγμα, ο «μηρυκασμός», η διάθεση κ.α.) συνδέονται πιο άμεσα και πιο αιτιακά με το μοντέλο επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων. Για την κατηγορία αυτή ενδεικτικά αναφέρω τις έρευνες των Watkins &Baracaia, (2002); Conger & Conger et al, (2003); Pollock & Williams, (2004); Donaldson & Lam, (2004).

Στην δεύτερη ομάδα ερευνών περιλαμβάνονται αυτές που σκοπό έχουν να εξετάσουν την αποτελεσματικότητα της επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων ως θεραπευτικό μοντέλο. Αυτές, δηλαδή, που ερευνούν το κατά πόσο η βελτίωση στην ικανότητα επίλυσης προβλημάτων οδηγεί σε πιο γενικευμένες θεραπευτικές αλλαγές αναφορικά με διάφορες καταστάσεις και πληθυσμιακές ομάδες. Μάλιστα, κάποιες από αυτές τις έρευνες παράλληλα εξετάζουν και την αποτελεσματικότητα διαφόρων τεχνικών όπως της “stop & think”, της in vivo έκθεσης κ.α. Για την ομάδα αυτή, ενδεικτικά, αναφέρω τις έρευνες των Foxx, Kyle, Faw &Bittle, (1989); Foxx & Faw, (1990); McMurran et al, (2001).

Τέλος, στην τρίτη ομάδα ερευνών περιλαμβάνονται αυτές που έχουν ως στόχο την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του μοντέλου επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων ως θεραπευτική ή εκπαιδευτική πράξη σε σύγκριση με άλλες μορφές θεραπείας ή εκπαίδευσης. Για την ομάδα αυτή αναφέρω ενδεικτικά τις έρευνες των Townsend et al, (2001); Mynors-Wallis, (2002). Για παράδειγμα, η έρευνες του Mynors-Wallis (2002) έδειξαν ότι η θεραπεία επίλυσης προβλημάτων σε καταστάσεις κατάθλιψης φαίνεται να επιτυγχάνει τα ίδια επίπεδα αποτελεσματικότητας με την αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή, τόσο με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά  όσο και με τους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης.

Αν και η ακριβής πρόβλεψη της αποτελεσματικότερης αντιστοιχίας μεταξύ ψυχοθεραπείας και ατόμου εμφανίζεται αρκετά συχνά ως αδύνατη, η κλινική πρακτική φαίνεται να επικυρώνει το γεγονός ότι άτομα με συγκεκριμένες δυσκολίες ανταποκρίνονται καλύτερα σε συγκεκριμένες μορφές θεραπείας σε αντίθεση με άλλους (Moorey et al, 2001). Πιο συγκεκριμένα, η θεραπεία επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων φαίνεται να αποδεικνύεται αποτελεσματική, τόσο μέσα από συσχετιστικές και εργαστηριακές έρευνες όσο και μέσα από έρευνες σύγκρισης μεταξύ θεραπευτικών μοντέλων, σε ένα διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο καταστάσεων. Το πεδίο αυτό περιλαμβάνει καταστάσεις που αντιμετωπίζουν άνθρωποι σχιζοφρενείς, κατάθλιμμένοι, αγχώδεις, εξαρτώμενοι από ουσίες, νοητικά καθυστερημένοι, πάσχοντες από καρκίνο, που αναλαμβάνουν την φροντίδα άλλων καθώς και άνθρωποι με υπό-κλινικά επίπεδα δυσφορίας και άλλοι που ενδιαφέρονται για την βελτίωση και την μεγιστοποίηση της προσωπικής και κοινωνικής τους επάρκειας (D’Zurilla & Nezu 1999).

Οι τεχνικές επίλυσης προβλημάτων όσο και τα διάφορα προγράμματα εκπαίδευσης σε αυτές που αναπτύχθηκαν εφαρμόζονται τόσο για την καταπολέμηση των «προβλημάτων» όσο και  για την πρόληψη αυτών, υποστηρίζοντας το συνεχές από την «ασθένεια» στην «υγεία» και εμβαθύνοντας σε αυτό (McGuire, 2001)

Επίλογος

Φτάνοντας στο τέλος της εργασίας αυτής – και ελπίζοντας πως ο σκοπός της περατώθηκε – , θα ήθελα να αναφερθώ στην έννοια της «συνηθείας» ως σημαντικής μεταβλητής κατά την διαδικασία επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων.

Οι συνήθειες όπως παρατηρεί ο Weiss (2003) « έχουν θεωρηθεί από συγγραφείς, φιλόσοφους και ψυχολόγους είτε κατάρες που μας καταδικάζουν στην επανάληψη του παρελθόντος χωρίς να μαθαίνουμε τίποτα από αυτό, είτε πολιτισμικά και ταξικά καθορισμένες, είτε πηγή απόλαυσης, είτε εκφράσεις της ηθικής είτε και δημιουργική εμπειρία που κάνει πιθανή την καινοτομία». Θεωρώ σημαντική την έννοια αυτή καθώς συνοψίζει ή/ και περιλαμβάνει έννοιες όπως αυτές της αξίας, της κουλτούρας, της αυτονομίας και της δημιουργικότητας, που όπως απορρέει και από την εργασία αποτελούν κύριες μεταβλητές κατά την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων.

Εισάγοντας πιο συγκεκριμένα την έννοια της συνήθειας στην διαδικασία επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων βλέπουμε ότι αποτελεί μέτρο στάθμισης τόσο της στάσης του θεραπευόμενου όσο και της στάσης του θεραπευτή. Δεν είναι, δηλαδή μόνο οι συνήθειες του θεραπευόμενου που διευκολύνουν ή θα εμποδίσουν την διαδικασία επίλυσης του προβλήματος αλλά και αυτές του θεραπευτή.

Απόρροια των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι αν και κανονιστικό το παραπάνω μοντέλο δεν συνιστά μια μηχανικά εφαρμοσμένη τεχνική κατά την οποία ο θεραπευτής «ως το υποκείμενο που γνωρίζει» – το μοντέλο – θα υποδείξει τους στόχους και ο θεραπευόμενος οφείλει να συμβιβάσει τις συνήθειές του σε εκείνες του θεραπευτή. Με άλλα λόγια, η διαδικασία επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων αποτελεί μια συνεχή διαδικασία αλληλεπίδρασης μεταξύ όχι μόνο των προσωπικών χαρακτηριστικών των μελών της σχέσης, όπως το φύλο που έχει βρεθεί να επηρεάζει, αλλά και των «ηθικών» χαρακτηριστικών τους. Και αναφέρομαι στην έννοια της ηθικής «ως ένα σύνολο αξιών και κανόνων συμπεριφοράς που προτείνονται στα άτομα ή στις ομάδες διαμέσου διαφόρων θεσμικών οργάνων όπως η οικογένεια, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι Εκκλησίες κ.τ.λ» καθώς και «ως την πραγματική συμπεριφορά των ατόμων σε σχέση με τους κανόνες και τις αξίες που τους προτείνονται» (Foucault, 1984).

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, η διαδικασία επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων περιλαμβάνει την έννοια της «ηθικής επίλυσης προβλημάτων» (Fins, Bacchetta, Miller, 1997), όπου οι συνήθειες θεραπευτή και θεραπευόμενου μπορούν να αποτελούν υποθέσεις προς διερεύνηση και οι κοινωνικοπολιτισμικοί παράγοντες αναδεικνύονται ως μεταβλητές προς διερεύνηση για την εξήγηση των ατομικών διαφορών στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων.

Βιβλιογραφία

Carruthers P., (2002). Human Creativity: Its Cognitive Basis, its Evolution, and its Connections with Childhood Pretence. British Society for the Philosophy of science. Vol. 53. pp. 225-249.

Conger J.C. et al, (2003). The Relationship of Anger and Social Skills to Psychological Symptoms. Assessment, Vol. 10(3), pp. 248-258.

Conversation. Rehabilitation Foundation Research Reports. Vol. 67.

D’ Zurilla T.J. & Chang, (1995). The Relations Between Social Problem Solving and Coping. Cognitive Therapy and Research. Vol. 19(5). Pp. 547-562.

D’ Zurilla T.J., & Nezu A. Problem-Solving Therapies. In Dobson K., (2001). Handbook of Cognitive Behavioral Therapies. 2nd edition, The Guilford Press. New York.

D’ Zurilla T.J., & Nezu A., (1999). Problem Solving Therapy: A Social Competence Approach to Clinical Intervention. 2nd Edition, New York: Springer.

D’ Zurilla T.J., Problem-Solving Therapies. In Dobson K., (1988). Handbook of Cognitive Behavioral Therapies. 2nd edition, The Guilford Press. London.

D’Zurilla T.J. & Nezu A.,(1980).A Study of the Generation-of-Alternatives

Donaldson C. & Lam D., (2004). Rumination, mood and social problem-solving

Fins J.J., BacchettaM.D., Miller F.G., (1997). Clinical Pragmatism: A Method of Moral Problem Solving. Kennedy Institute of Ethics Journal. Vol. 7(2), pp. 129-143.

Foucault M, (1984). Η ιστορία της σεξουαλικότητας, 2. Η χρήση των απολαύσεων. Μετφρ. Κωνσταντινίδης Γ, Εκδ, ΡΑΠΠΑ, Αθήνα.

Foxx R.M. & Faw G.D., (1990). Problem solving skills training for psychiatric inpatients: An analysis of generalization. Behavioural Residential Treatment, Vol. 5(3), pp. 159-176.

Foxx R.M. et al, (1989). Problem solving skills training: Social validation and generalization. Behavioural Residential Treatment, Vol. 4(4).

Hawton K., & Kirk J., (1989). Problem Solving. In Hawton K., Salkovskis P.M., Kirk J., & Clark D.M. (Eds.), Cognitive Behavior Therapy for Psychiatric Problems, A practical Guide. Oxford: Oxford University Press

Heath Ph.A. et al, (1987). Decision Making: Influence of Features and Presentation Mode upon Generation of Alternatives. Journal of Research in Science Teaching. Vol. 24(9). pp. 821-833.

in major depression. Psychological Medicine. Vol. 34, pp. 1309–1318.

Krampen G (1997). Promotion of creativity (divergent productions) and convergent productions by systematic-relaxation exercises: empirical evidence from five experimental studies with children, young adults, and elderly. European Journal of Personality, Vol. 11, pp. 83-99.

Mattila A., (2001). “Seeing Things in a New Light”: Reframing in Therapeutic

McGuire J,, (2001). What is problem solving? A review of theory, research and applications. Criminal Behaviour and Mental Health. Vol. 11, pp. 210-235.

McMurran M. et al, (2001). “Stop & Think!”: social problem-solving therapy with personality-disorder offenders. Criminal Behaviour and Mental Health. Vol. 11. pp. 273-285.

Moorey S. et al, (2001). Does problem solving ability predict therapy outcome in a clinical setting? Behavioural and Cognitive Psychotherapy. Vol. 29, pp. 485-495.

Mynors-Wallis L., (2002). Does problem solving treatment work through resolving problems. Psychological Medicine. Vol. 32. pp. 1315-1319.

Nezu A. & D’ Zurilla T.J. (1981). Effects of Problem Definition and Formulation

Nezu A.M., & Nezu C.M., (2001). Problem Solving Therapy. Journal of Psychotherapy Integration, Vol. 11, No. 2, pp. 187-205

on the Generation of Alternatives in the Social Problem-Solving Process. Cogn#ive Therapy and Research. Vol. 5(3). Pp. 265-271.

Pollock & Williams, (2004). Problem-solving in suicide attempters. Psychological Medicine. Vol. 34. pp. 163–167.

Process in Social Problem Solving. Cognitive Therapy and Research, Vol.  4(1). pp. 67-72.

Runco M.A., (1994). Problem Finding, Problem Solving, and Creativity. Ablex Publishing Corporation, New Jersey.

Tallman et al. (1993). A Theory of Problem-Solving Behaviour. Social Psychology Quarterly. Vol. 56(3). pp. 157-177.

Townsend E. et al, (2001); The efficacy of problem solving treatments after deliberate self-harm: meta-analysiw of randomized control trials, with respect to depression, hopelessness and improvement in problems. Psychological Medicine. Vol. 31. pp. 979-988.

Watkins E. & Baracaia S., (2002). Rumination and social problem solving in depression. Behaviour Research and Therapy. Vol. 40. pp. 1179-1189.

Weiss G., (2003). Can an old dog learn new tricks? Habitual horizons in James, Bourdieu and Merleau-Ponty.

Advertisements
No comments yet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: